Στην αγγλική γλώσσα, όπως και στα ελληνικά έχουμε λέξεις που είναι βοηθητικές και κυρίως ρήματα, όπως το ρήμα to be (=είμαι) και το ρήμα to have (=έχω). Έτσι, όταν συναντάμε αυτά τα δύο μέσα σ’ ένα κείμενο πρέπει να μάθουμε σιγά-σιγά να τα διακρίνουμε, αλλά αυτό θέλει πολλά χρόνια εξάσκησης.
Πάμε αρχικά να γνωρίσουμε τον ενεστώτα και τον απλό αόριστο του ρήματος to be (=είμαι):
| Πρόσωπα | Ενεστώτας | Αόριστος |
|---|---|---|
| I | am (=είμαι) | was (=ήμουν) |
| you | are | were |
| He/She/It | is | was |
| We | are | were |
| You | are | were |
| They | are | were |
Στα αγγλικά όμως υπάρχουν και οι χρόνοι διαρκείας ή εξακολουθητικοί, όπως ο Ενεστώτας διαρκείας και ο Αόριστος Διαρκείας (ο δικός μας Παρατατικός), οι οποίοι σχηματίζονται απλώς προσθέτοντας στα παραπάνω ένα ρήμα με κατάληξη -ing, π.χ. doing.
| Πρόσωπα | Ενεστώτας Διαρκείας | Αόριστος Διαρκείας |
|---|---|---|
| I | am doing (κάνω για πολλή ώρα) | was doing (=έκανα για πολλή ώρα) |
| you | are doing | were doing |
| He/She/It | is doing | was doing |
| We | are doing | were doing |
| You | are doing | were doing |
| They | are doing | were doing |
Αντίστοιχη χρήση έχει και το ρήμα to have (=έχω), το οποίο το συναντάμε και μόνο του αλλά και ως βοηθητικό σε άλλα ρήματα.
| Πρόσωπα | Ενεστώτας | Αόριστος |
|---|---|---|
| I | have (=έχω/κατέχω) | had (=είχα/κατείχα) |
| you | have | had |
| He/She/It | has | had |
| We | have | had |
| You | have | had |
| They | have | had |
Οι χρόνοι τώρα στους οποίους συμμετέχει το ρήμα to have είναι όπως και στα νέα ελληνικά, γιατί έχουν επηρεαστεί από τα αγγλικά, ο Παρακείμενος και ο Υπερσυντέλικος (Απλός και Διαρκείας).
| Πρόσωπα | Παρακείμενος Απλός | Υπερσυντέλικος Απλός |
|---|---|---|
| I | have done (=έχω κάνει) | had done (=είχα κάνει) |
| you | have done | had done |
| He/She/It | has done | had done |
| We | have done | had done |
| You | have done | had done |
| They | have done | had done |
Εδώ παρατηρούμε ότι το ρήμα που συνδυάζεται με το have έχει αλλάξει μορφή. Δεν είναι πλέον do ή doing αλλά done. Είναι η λεγόμενη παθητική μετοχή στα αγγλικά: past participle και τη συναντάμε τόσο στη παθητική φωνή των ρημάτων (παροντικών, μελλοντικών, παρελθοντικών) όσο και στους παραπάνω χρόνους, Παρακείμενο και Υπερσυντέλικο.
Πώς ξεχωρίζουμε τώρα πότε είναι το ρήμα είμαι/έχω
και πότε είναι βοηθητικό;
Η απάντηση είναι μία: Με την εξάσκηση και με την γνώση των διαφόρων τύπων των ρημάτων, πώς είναι στον ενεστώτα, στον απλό αόριστο και πώς είναι η παθητική μετοχή τους, ώστε να ξεχωρίζει κανείς τον τρόπο χρήσης τους στο κείμενο.
Οπότε, ας πάμε να γνωρίσουμε κάποια βασικά ρήματα
και στις τέσσερις αυτές μορφές τους στο α΄ πρόσωπο ενικό.
| Ενεστώτας | Αόριστος | Παθητική μετοχή | Γερούνδιο (-ing) |
| am | was | been | being |
| do | did | done | doing |
| have | had | had | having |
| live | lived | lived | living |
| believe | believed | believed | believing |
| continue | continued | continued | continuing |
| kiss | kissed | kissed | kissing |
| cry | cried | cried | crying |
Τι παρατηρούμε;
Ότι πολλές φορές η παθητική μετοχή και ο αόριστος ενός ρήματος, στο α΄ πρόσωπο, ταυτίζονται, αλλά όχι πάντα. Στα ρήματα που δεν γίνεται αυτό, τα θεωρούμε ότι κλίνονται ανώμαλα.