Οδηγίες : Καθώς διαβάζουμε το κείμενο έχουμε δίπλα μας το λεξικό και σημειώνουμε τις άγνωστες λέξεις που συναντούμε και την ερμηνεία που δίνουμε στο μάθημα.
Η λέξη Άγιος (από το αρχαίο ελληνικό ρήμα ἅζω=φοβάμαι, σέβομαι, τρέμω, τιμώ) είναι επίθετο που περικλείει την έννοια της απόλυτης ιερότητας και αγνότητας από λατρευτική και ηθική άποψη. Η λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να χαρακτηρίσει τη φύση και την υπόσταση του Θεού (π.χ. Άγιο Πνεύμα, Αγία Τριάδα) και σε πολλές περιπτώσεις η λέξη Άγιος χρησιμοποιείται για κάποιον άνθρωπο ο οποίος έχει ανακηρυχθεί από την Εκκλησία ότι είναι καθαγιασμένος από τον Θεό.
Για να ανακηρυχθεί κάποιος Άγιος στην Ορθόδοξη Εκκλησία, χρειάζεται να συμπληρωθούν κάποια χρόνια από τον θάνατό του (εκτός κι αν υπάρχουν θαύματα τα οποία αποδεικνύουν περίτρανα την αγιότητά του). Mέχρι την αγιοκατάταξη, όμως, κάποιος δεν είναι άγιος;
Ενώ ο άνθρωπος μπορεί να είναι με τη χάρη του Θεού και τις δικές του προσπάθειες σχετικά μόνο άγιος, ο Θεός είναι απόλυτα άγιος, δηλαδή είναι άγιος εκ φύσεως, από την ουσία και την ύπαρξη του. Ως άγιος ο Θεός δεν έχει καμιά ηθική ατέλεια, αγαπά μόνο το αγαθό και αποστρέφεται την αμαρτία. Εμπρός στην αγιότητα του Θεού ο άνθρωπος αισθάνεται δέος και απεριόριστο σεβασμό. Και τον σεβασμό αυτό εκδηλώνει με τους λόγους, τα έργα και τη λατρεία του. Με συστολή και ευλάβεια προφέρει το όνομα του Θεού. Όταν πρόκειται να εκτελέσει μια πράξη, διερωτάται αν η πράξη αυτή είναι σύμφωνη με το θέλημα του Θεού. Και τέλος με σοβαρότητα, αφοσίωση και κατάνυξη υμνεί, δοξάζει, ευχαριστεί και ικετεύει τον Θεό.
Ο άνθρωπος έχει την ακατάσχετη επιθυμία να πλησιάσει και να γνωρίσει τον Θεό, επειδή είναι δημιούργημα Αυτού. Στον χώρο της φύσεως γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεό έμμεσα, με τη λογική σκέψη του, ενώ στον χώρο της Εκκλησίας Τον γνωρίζει άμεσα, μέσα από τα μυστήρια (βάπτισμα, χρίσμα, εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία και τα υπόλοιπα).
Ο φυσικός κόσμος μάς υπενθυμίζει διαρκώς την ύπαρξη του Θεού. Ο Θεός φανερώνει στους ανθρώπους ότι μπορεί να τους γίνει γνωστό γι’ Αυτόν. Παράλληλα όμως στην ζωή αυτή βλέπουμε τον Θεόν σαν σε καθρέφτη αμυδρά, ενώ στον μέλλοντα αιώνα, θα βλέπουμε πρόσωπο προς πρόσωπο (Α’ Κορ. 13,12). Αυτό σημαίνει ότι η ουσία του Θεού είναι ασύλληπτη και ακατάληπτη από τον άνθρωπο. Μόνο η ύπαρξη και οι ιδιότητες του Θεού μας είναι προσιτές, κι αυτές όχι τέλεια.
Παρατηρώντας λοιπόν και μελετώντας τον κόσμο προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο Θεός, ο δημιουργός αυτού του κόσμου, είναι παντοδύναμος, πανταχού παρών, αιώνιος, πάνσοφος, παντογνώστης, άγιος, δίκαιος, πανάγαθος, γεμάτος από αγάπη, ευσπλαχνία, μακροθυμία κλπ.
Ο πιστός μέσα στον λειτουργικό χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας γνωρίζει τον Θεό βιωματικά. Ο αόρατος και ακατάληπτος Θεός γίνεται ορατός και αντιληπτός μόνο βιωματικά, δηλαδή με την ψυχική εκείνη κατάσταση που δημιουργείται από την προσωπική επικοινωνία με τον Θεό μέσα στη Θεία Λατρεία. Ο πιστός γνωρίζει τον Θεό ως αγάπη και ζει την ειρήνη και τη μακαριότητα της παρουσίας Του.