Η αλήθεια είναι ότι, παρότι εμείς αντιλαμβανόμαστε πολύ περισσότερα απ’ όσα συμβαίνουν όταν ο χρόνος για εμάς -φαινομενικά- κυλάει πιο αργά, στην πραγματικότητα τα όσα έγιναν ή έχουν γίνει, ή θα γίνουν δεν αλλάζουν. Άρα οι υπολογισμοί μας, εφόσον ο αριθμός των δράσεων και των ατόμων που μετακινήθηκαν (ή όποιας άλλης υπομονάδας θέλουμε να πάρουμε) παραμένει σταθερός, ούτε αυτοί αλλάζουν.
Για παράδειγμα, διαιρούμε την ώρα σε 60 λεπτά και τα 60 λεπτά σε 60 δευτερόλεπα, άρα διαιρούμε την ώρα σε 3.600 κομμάτια. Όμως, αυτό δεν αλλοιώνει την ουσία των γεγονότων που έγιναν μέσα σ’ αυτήν τη μία ώρα επειδή εμείς τη χωρίζουμε σε πολύ μικρότερα κομμάτια. Δηλαδή, αν έπεσαν 300.000 σταγόνες σε μια ώρα μέσα, επειδή εμείς θα μπορέσουμε με κάποιο τρόπο να τις αντιληφθούμε όλες και να παρακολουθήσουμε καρέ-καρέ (δηλαδή στιγμή-στιγμή) τις κινήσεις τους, δεν αυξάνει ή μικραίνει τον χρόνο που έκαναν για να πέσουν.
Απλώς αυτό που εμείς τώρα ορίζουμε ως μία ώρα, τότε θα το αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά.
Και κατ’ουσίαν, αυτή είναι όλη η εξήγηση για τα παράδοξα του χρόνου όσον αφορά την επιτάχυνση ή την επιβράδυνσή του, ή το γεγονός ότι νομίζουμε πως ο χρόνος αλλάζει. Ο χρόνος δεν αλλάζει επειδή εμείς τον αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά, ούτε η έννοια της ώρας αλλάζει επειδή εμείς έχουμε θεσπίσει (αφού έτσι μας βολεύει) ότι η ώρα κρατάει 60 λεπτά.
Όπως είδαμε στα προηγούμενα μαθήματα, για εμάς ο χρόνος εν πολλοίς έχει οριστεί από την περιστροφή του πλανήτη μας γύρω από τον ήλιο και τη χρήση του φαινομένου της σκιάς. Για έναν κάτοικο ενός άλλου πλανητή, που περιστρέφεται διαφορετικά, πιο αργά ή πιο γρήγορα, το ίδιο συμβάν, η ίδια μετατόπιση του πλανήτη θα γινόταν αντιληπτή διαφορετικά. Και ταυτόχρονα για δύο ανθρώπους που θα ζούσαν ο ένας στον πλανήτη Γη και ο άλλος σε άλλον πλανήτη, παρότι θα χρησιμοποιούσαν και οι δύο τις λέξεις «ημέρα», για τον έναν η ημέρα θα είχε διάρκεια 24 ώρες, ενώ για τον άλλον 72. Όμως, ο χρόνος που θα μιλούσαν μεταξύ τους δεν θα επηρεάζοταν από αυτήν την αντίληψη για το πόσο διαρκεί η ημέρα.