Τι είναι η Ετυμολογία;
Ετυμολογία είναι η επιστήμη που ασχολείται με την προέλευση και την αρχική σημασία των λέξεων.
Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα, για να γνωρίσουμε καλύτερα την ετυμολογία.
Μέσα στο απολυτίκιο συναντήσαμε τις λέξεις: λόγος και φωτίζειν.
Από πού προέρχονται όμως αυτές οι λέξεις;
Μήπως υπάρχουν και άλλες λέξεις που παράγονται και προέρχονται από αυτές;
Η λέξη λόγος παράγεται από το ρήμα λέγω(= μιλώ). Στα αρχαία ελληνικά αυτό το ρήμα έχει δύο σημασίες:
α) Λέγω= συλλέγω, συγκεντρώνω και
β) λέγω= μιλώ.
α) Από το ρήμα λέγω με τη σημασία του συγκεντρώνω παράγονται οι λέξεις:
Λέξη | Ετυμολογία | Σημασία |
ἐκλογή | ἐκλέγω< ἐκ +λέγω | η επιλογή |
ἐκλεκτός | ἐκλέγω< ἐκ +λέγω | |
συλλογή | συλλέγω< σύν +λέγω | 1. η συνάθροιση, το μάζωμα 2. η επίμονη σκέψη, η πνευματική απασχόληση |
σύλλογος | συλλέγω< σύν +λέγω | 1. ομάδα ατόμων, οργανωμένη και νομικά αναγνωρισμένη, που θέλει να πετύχει έναν ορισμένο κοινό σκοπό 2. (αρχαία Αθήνα) κάθε δημόσια συγκέντρωση εκτός της Εκκλησίας του Δήμου |
κατάλογος | καταλέγω< κατά +λέγω | 1. σειρά ομοειδών στοιχείων (π.χ. ονομάτων, αντικειμένων) 2. το υλικό μέσο στο οποίο έχει καταγραφεί μία σειρά ομοειδών στοιχείων |
ἐπίλεκτος | ἐπιλέγω< ἐπί +λέγω | 1. αυτός που έχει επιλεγεί χάρη σε κάποια ικανότητα που διαθέτει και την οποία του τη δώρισε ο Θεός 2. αυτός που ξεχωρίζει |
νεοσύλλεκτος | νεός +συλλέγω | ο νέος στρατιώτης |
Παλαιολόγος | παλαιός < πάλαι(=παλιά) + λέγω | αυτός που συλλέγει παλιά πράγματα |
ἐτυμολόγος | ἒτυμος(=αληθής) + λέγω | αυτός που συλλέγει, ψάχνει την αρχική και αληθινή σημασία των λέξεων |
ἐτυμολογία | ἒτυμος(=αληθής) + λέγω | |
λεξιλόγιο | λέξις + -λόγιον< λόγος< λέγω | το σύνολο των λέξεων μιας γλώσσας |
τιμολόγιο | τιμή< τιμῶ + λόγος< λέγω | παραστατικό που εκδίδεται κατά την πώληση εμπορευμάτων ή την παροχή υπηρεσιών και περιγράφει αναλυτικά τα στοιχεία του πωλητή και του αγοραστή, τα εμπορεύματα (ή / και τις παρεχόμενες υπηρεσίες) και την τιμή του καθενός καθώς και το ΦΠΑ που αναλογεί |
β) Από το ρήμα λέγω με τη σημασία του μιλώ παράγονται οι λέξεις:
Λέξη | Ετυμολογία | Σημασία |
λέξη | λέξις< λέγω | |
λεξικό | λεξικόν (βιβλίον)< λεξικός (=αυτός που έχει σχέση με τις λέξεις)< λέξις < λέγω | |
λεξικογραφία | λεξικό +γράφω | η σύνταξη και η καταγραφή λεξικού |
δυσλεξία | δύσ + λέξις < λέγω | |
κυριολεξία | κύριος< κῦρος(=δύναμη) + λέξις< λέγω | η ακριβής σημασία των λέξεων |
λόγος | λέγω | 1.ομιλία 2. η λογική |
ἐπίλογος | ἐπιλέγω< ἐπί + λέγω | η κατάληξη του λόγου, της ομιλίας |
πρόλογος | προλέγω< πρό + λέγω | η εισαγωγή ενός κειμένου |
ἀντίλογος | ἀντιλέγω< ἀντί +λέγω | η ανταπάντηση, η διαφωνία |
θεολόγος | Θεός +λόγος< λέγω | |
φιλόλογος | φίλος(=αγαπημένος) +λόγος< λέγω | αυτός που αγαπά τον λόγο |
ἐτοιμόλογος | ἒτοιμος< ἐτοῖμος +λόγος< λέγω | ο έτοιμος να μιλήσει, αυτός που με τη βοήθεια του Θεού δίνει εύστοχες απαντήσεις |
ὁμολογία | ὁμοῦ(=μαζί) + λέγω | 1. (στα αρχαία) η συμφωνία 2. (στα νέα) η αναγνώριση της ενοχής 3. η δημόσια διακήρυξη της ορθόδοξης πίστης μας |
πολυλογία | πολύς +λόγος< λέγω | η άσκοπη ομιλία πάνω σε πολλά και διάφορα θέματα |
ἀρχαιολογία | ἀρχαῖος +λόγος< λέγω | η επιστήμη που ερευνά και μελετά κάθε τι σχετικό με τα αρχαία μνημεία και την αρχαιότητα |
μυθολογία | μῦθος +λόγος< λέγω | 1. η διήγηση μύθων 2. η επιστήμη που μελετά τους μύθους |
βιολογία | βίος< ζῶ +λόγος< λέγω | η επιστήμη που προσπαθεί να μελετήσει τους έλλογους -έμψυχους (ανθρώπους) και άλογους-άψυχους (ζώα, φυτά) ζωντανούς οργανισμούς |
μετεωρολόγος | μετέωρος(=υπερυψωμένος) < μετά + ἀείρω(=υψώνω) +λέγω | αυτός που μελετά και μιλά για τα υπερυψωμένα ουράνια σώματα |
λογοδοτώ | λόγος< λέγω + δίδωμι (=δίνω) | δίνω λόγο για τις πράξεις μου |
λογοτέχνης | λόγος< λέγω +τέχνη< τίκτω(=γεννώ) | πρόσωπο που ασκεί την τέχνη του γραπτού λόγου, που γράφει λογοτεχνικά έργα |
λογοκρισία | λόγος < λέγω +κρίνω | ο έλεγχος που ασκείται από την εξουσία ή άλλους στις διάφορες εκφάνσεις του λόγου |
λογοθεραπεία | λόγος< λέγω +θεραπεία < θεραπεύω | η θεραπεία των διαταραχών του λόγου |
λογοπαίγνιο | λόγος< λέγω + παίγνιον (=παιχνίδι) < παίζω | παιχνίδι με διφορούμενες λέξεις |
λογομαχία | λόγος< λέγω +μάχη < μάχομαι | η φιλονικία |
λογάριθμος | νεολατινικά: logarithums < λόγος< λέγω + ἀριθμός | μαθηματική έννοια |
λογικός | λόγος< λέγω | |
λογικοφανής | λογικός +φαίνω (=φαίνομαι) | αυτός που φαίνεται λογικός χωρίς να είναι |
λογίζω / λογίζομαι | λόγος< λέγω | 1. υπολογίζω, θεωρώ 2. (ως παθητικό) θεωρούμαι |
λογιστής | λογίζομαι< λόγος< λέγω | 1. αυτός που εκτελεί τη λογιστική υπηρεσία κάποιου οικονομικού οργανισμού 2. αυτός που κάνει λογαριασμούς, αριθμητικές πράξεις |
λογισμός | λογίζομαι< λόγος< λέγω | σκέψη |
λόγιος | λόγος< λέγω | 1. o μορφωμένος 2. αυτός που ασχολείται με τον λόγο, ο συγγραφέας, ο λογοτέχνης |
λογαριασμός | λογαριάζω(=υπολογίζω)< λογάριον: υποκοριστικό του λόγος< λέγω | |
διάλογος | διαλέγομαι (=συζητώ) < διά +λέγομαι< λέγω | |
διάλεκτος | διαλέγομαι (=συζητώ) < διά +λέγομαι< λέγω | το γλωσσικό ιδίωμα ενός τόπου (πχ ποντιακά, κρητικά, κυπριακά) |
ἀνάλογος | ἀνά +λόγος < λέγω | ο αντίστοιχος |
ἀναλογίζομαι | ἀνά (=ξανά) +λογίζομαι < λόγος< λέγω | σκέφτομαι για κάτι σε βάθος |
ἀναλόγιο | ἀναλογεῖον< ἀνά +λόγος | εκκλησιαστικό, λειτουργικό έπιπλο που χρησιμεύει για την τοποθέτηση των βιβλίων των ψαλτών |
ἀπολογοῦμαι | ἀπόλογος (= απάντηση) < ἀπό +λόγος< λέγω | 1.αντικρούω την κατηγορία εναντίον μου με επιχειρήματα 2. απαντώ, αποκρίνομαι, δίνω λόγο |
ἀπολογία | ἀπολογοῦμαι | 1. η απόκρουση κατηγορίας εναντίον μου 2. έργο απολογητικό της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας, δηλαδή έργο που υπερασπίζεται τις ορθόδοξες αλήθειες της πίστης μας |
ἀπολογητής | ἀπολογοῦμαι | 1. ο συνήγορος, ο υπερασπιστής 2. ο συγγραφέας απολογητικού έργου που υπερασπίζεται τις χριστιανικές αλήθειες |
ἀμφιλεγόμενος | μετοχή του ρ. ἀμφιλέγω (=1. αμφισβητώ, 2. διατυπώνω διαφορετικές ερμηνείες) < ἀμφί +λέγω | αμφισβητούμενος, αυτός που έχει διαφορετικές ερμηνείες |
ῥῆμα | ἐρῶ: ο μέλλοντας του λέγω | |
ῥήτορας | ῥήτωρ< ἐρῶ: ο μέλλοντας του λέγω | ο δημόσιος και ικανός ομιλητής |
ἂρρητος | ἀ +ῥητός< ἐρῶ: ο μέλλοντας του λέγω | αυτός που δεν μπορεί να ειπωθεί |
ἀπόρρητος | ἀπό +ῥητός < ἐρῶ: ο μέλλοντας του λέγω | αυτός που πρέπει να μείνει μυστικός |
ῥητό | ῥητόν: ουδέτερο του ῥητός < ἐρῶ: ο μέλλοντας του λέγω | το απόφθεγμα, το ρητό |
ῥήτρα | ἐρῶ: ο μέλλοντας του λέγω | ο όρος συμβολαίου |
ἒπος | εἲπον: αόριστος β΄ του λέγω | ποίημα μεγάλης έκτασης όπου εξυμνούνται κι εγκωμιάζονται τα κατορθώματα ηρώων και αρχόντων, π.χ. τα δύο μεγάλα έπη του Ομήρου, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια |
ἰδεολογία | ἰδέα < ὁράω(=βλέπω) +λόγος< λέγω | οι πεποιθήσεις (πολιτικές, κοινωνικές, ηθικές) ενός ανθρώπου |
Το απαρέμφατο φωτίζειν προέρχεται από το ουσιαστικό φάος–φῶς, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ρήμα φάω=φωτίζω, λάμπω. Από το ουσιαστικό φῶς παράγονται οι λέξεις:
Λέξη | Ἐτυμολογία | Σημασία |
φωστήρας | φωστήρ< φῶς | 1. (στα αρχαία) αυτό που δίνει φως 2. (μεταφορικά) πλούσιος σε γνώσεις |
φωσφόρος | φῶς +φέρω | 1) (χημεία) αμέταλλο χημικό στοιχείο που φέγγει στο σκοτάδι 2) κοινή ονομασία για ουσίες που φωσφορίζουν |
φωσφορούχος | φωσφόρος + ἒχω | που περιέχει φωσφόρο |
φωταγώγηση | φωταγωγῶ< φωταγωγός< φῶς + ἀγωγός (=οδηγός) < ἂγω(=οδηγώ) | φωτισμός με πολλά φώτα |
φωταψία | φῶς +ἂπτω(=1. ανάβω, βάζω φωτιά / 2. αγγίζω το φως) | ο άπλετος φωτισμός |
φωταύγεια | φῶς + ἀυγάζω(=φωτίζω, λάμπω)< αὐγή | η λαμπρότητα του φωτός |
φωτεινός | φῶς | που φωτίζεται |
φωτιά | φωτία< φῶς | |
φώτιση | φώτισις< φωτίζω< φῶς | η φώτιση του Θεού |
φωτοαντίγραφο | φῶς +ἀντίγραφο< ἀντίγραφον> ἀντιγράφω > ἀντί +γράφω | αντίγραφο παρμένο με τη μέθοδο της φωτοτυπίας |
φωτοτυπία | φῶς +τύπος< τύπτω(=χτυπώ) | μέθοδος παραγωγής αντιγράφων με φωτογραφικά μέσα |
φωτογραφία | < γαλλικά photographie< φῶς +γραφή< γράφω | η τέχνη της παραγωγής μόνιμων εικόνων με την επίδραση του φωτός σε χημικά παρασκευασμένη επιφάνεια |
φωτοβολίδα | φῶς +βολίς< βολή(=ρίψη, πλήγμα ή τραύμα ενός βλήματος)< βάλλω(=ρίχνω) | είδος μικρού πυραύλου που εκτοξεύεται με ειδικό πιστόλι για πανηγυρικό φωτισμό ή για μετάδοση σημάτων |
φωτοκύτταρο | φῶς +κύτταρον< κύτος(=κοίλωμα) < κυέω-ῶ (=είμαι έγκυος) | μηχανισμός που τίθεται σε λειτουργία με την επίδραση του φωτός και ο οποίος παράγει ηλεκτρικό ρεύμα |
φωτοσύνθεση | φῶς +σύνθεσις< συντίθημι(=τοποθετώ μαζί, συνθέτω)< σύν +τίθημι(=τοποθετώ) | βιοχημικές αντιδράσεις χάρη στις οποίες τα πράσινα φυτά μετατρέπουν την ενέργεια του φωτός σε χημική ενέργεια |
φωτοστέφανος | φῶς +στέφανος< στέφω (=στεφανώνω) | ο χαρακτηριστικός φωτεινός κύκλος που περιβάλλει το κεφάλι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, της Παναγίας μας και των Αγίων μας στις εικόνες και δηλώνει το άκτιστον φως της Θεότητος |
Φωτοδότης | φῶς +δίδωμι(=δίνω) | Εκείνος που δίνει φως. Φωτοδότης ονομάζεται και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός γιατί Εκείνος είναι το Φως του κόσμου που φωτίζει τις ψυχές μας. |
πολύφωτο | πολύφωτος< πολύς +φῶς | που έχει πολλά φώτα |
ξέφωτο | ξέφωτος(=που είναι πολύ φωτεινός) < ἐκφωτίζω (=φωτίζω άπλετα)< ἐκ + φωτίζω< φῶς | περιοχή μέσα στο δάσος στην οποία δεν υπάρχουν πολλά δέντρα και δεν σκιάζεται, άρα είναι φωτεινή. |
διαφωτίζω | διά +φωτίζω< φῶς | ενημερώνω κάποιον για κάποιο θέμα που δεν γνωρίζει καλά |
ἡμίφως | ἡμί(=μισό)< ἣμισυς(=μισός) +φῶς | ο χαμηλός ή ανεπαρκής φωτισμός |
σεληνόφως | σελήνη< σέλας (=η λαμπρότητα, το φως) +φῶς | το φως της σελήνης |
λυκόφως | λύκη(=1. πρωινό φως, χάραμα, 2. αμυδρό φως) +φῶς | το λίγο φως που παραμένει μετά τη δύση του ήλιου |
φαεινός | φάος-φῶς< φάω(=λάμπω) | (στα αρχαία) ο λαμπερός, ο ακτινοβόλος (στα νέα) φωτεινός, έξυπνος π.χ. φαεινή ιδέα |
φέγγος | φάος-φῶς< φάω(=λάμπω) | το φως και ειδικότερα το φως του φεγγαριού |
φεγγάρι | φεγγάριον: υποκοριστικό του φέγγος |
Παρατήρησες κάτι;
Δεν ασχοληθήκαμε μόνο με την Ετυμολογία,
αλλά και με την Παραγωγή και την Σύνθεση λέξεων.
Τι είναι Παραγωγή και πώς δημιουργούμε παράγωγες λέξεις;
Παραγωγή είναι η δημιουργία λέξεων με την προσθήκη καταλήξεων στο τέλος της πρωτότυπης λέξης.
πχ φῶς (αρχική, πρωτότυπη λέξη) + -ισμένος (κατάληξη) -> φωτισμένος (παράγωγη λέξη)
Τι είναι Σύνθεση και πώς δημιουργούμε σύνθετες λέξεις;
Σύνθεση είναι η δημιουργία μια λέξης με την ένωση δύο λέξεων ή με προσθήκη μιας πρόθεσης πριν από την λέξη.
πχ. α) λαμπρός (1η λέξη) +φέρω (2η λέξη) -> λαμπροφόρος (σύνθετη λέξη)
β) μετά (πρόθεση) +φέρω (λέξη) -> μεταφέρω (σύνθετη λέξη)