Search
Close this search box.

Ετυμολογία

υποτακτικός < ὑπο + τάσσω (το τάσσω μπορεί να σημαίνει ορίζω, καθορίζω ή υπόσχομαι, κάνω τάμα)

Ουσιαστικοποιημένο Επίθετο

υποτακτικός, -η, -ο

1. που έχει υποταχτεί
2. που έχει σχέση με την υπόταξη
3. Στην μοναχική γλώσσα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο ακόλουθος, το πνευματικό παιδί ενός σε μεγαλύτερη ηλικία και εμπειρία μοναχού-γέροντος.

Η ονομασία στη μοναχική ζωή δίνεται διότι ο υποτακτικός υποτάσσεται πλήρως στον ανώτερο πνευματικά γέροντά του και ξεχνά το δικό του θέλημα, ώστε να μπορέσει μ’ αυτόν τον τρόπο να μάθει να υπηρετεί σωστά το θέλημα του Κυρίου, το οποίο εγωιστικά και χωρίς υπακοή δεν μπορεί να το επιτύχει.