Search
Close this search box.

Ετυμολογία

μετάνοιααρχαία ελληνική από το ρήμα μετανοώ (μετά + νοέω-ῶ / μετά + νοῦς)

Ουσιαστικό

μετάνοια θηλυκό

1. Στα αρχαία καταλαβαίνω κάτι εκ τών υστέρων ή όταν είναι πια αργά.
2. Αλλάζω νου, αλλάζω κρίση, βάζω μυαλό.
3. Στην εκκλησία επίσης σημαίνει το γονάτισμα και υπόκλιση για εκδήσωση είτε λατρείας, είτε μεταμέλειας.