Μια μέρα ο Δαβίδ παρασύρθηκε σε μια πράξη, που ήταν ενάντια στο νόμο του Κυρίου. Έδωσε διαταγή στον αρχιστράτηγο Ιωάβ, να περάσει απ’ όλες τις φυλές του Ισραήλ για ν’ απογράψει τον Ισραηλιτικό λαό και να δει πόσος ήταν ο στρατός του. Ο Ιωάβ τού υπενθύμισε, ότι μια τέτοια πράξη είναι αντίθετη στο θέλημα του Θεού, αλλά ο Δαβίδ επέμενε. Η απογραφή ήταν ένας τρόπος για να γίνει γνωστή η στρατιωτική δύναμη του βασιλείου. Επειδή, όμως, οι Ισραηλίτες ήταν βασίλειο του Θεού, δεν έπρεπε να στηρίζει τη δύναμή του στον αριθμό των πολεμιστών του, αλλά στη δύναμη του Θεού.
Έτσι λοιπόν ο Ιωάβ και οι αξιωματούχοι του Δαβίδ πέρασαν τον Ιορδάνη κι άρχισαν από την Αροήρ. Αφού περιόδευσαν όλη τη χώρα, μετά από εννέα μήνες και είκοσι μέρες, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ. Ο Ιωάβ παρέδωσε στον βασιλιά Δαβίδ τον αριθμό της απογραφής του λαού. Ήταν 800.000 μάχιμοι άνδρες από τις άλλες φυλές του Ισραήλ και 500.000 άνδρες από τη φυλή του Ιούδα. Μόνο τους Λευίτες και τους άνδρες της φυλής Βενιαμίν δεν κατέγραψε μεταξύ των άλλων φυλών ο Ιωάβ, διότι έτσι ήταν η διαταγή του Δαβίδ.
Ο Δαβίδ δεν έκανε αρίθμηση των Ισραηλιτών, οι οποίοι ήταν κάτω από 20 ετών, διότι ο Κύριος του είχε υποσχεθεί, ότι θα πλήθυνε τους Ισραηλίτες όπως τ’ άστρα τ’ ουρανού. Όταν ο Ιωάβ έκανε την απογραφή του Ισραηλιτικού λαού, δεν την τελείωσε, γιατί είχε ήδη ξεσπάσει η οργή του Κυρίου εναντίον των Ισραηλιτών, γι’ αυτό και δεν καταγράφτηκε ο αριθμός της απογραφής σε βιβλίο επί των ημερών του Δαβίδ.
Ο Δαβίδ όμως αισθάνθηκε τύψεις μετά την καταμέτρηση του λαού και ζήτησε συγχώρεση από τον Κύριο. Την άλλη μέρα το πρωΐ, ο Κύριος είπε στον προφήτη Γαδ, να πάει στο Δαβίδ και να του προτείνει να διαλέξει μεταξύ τριών ποινών: 1) Να πέσει πείνα για τρία χρόνια στη χώρα του, 2) να φύγει για τρεις μήνες καταδιωγμένος από τους εχθρούς του, οι οποίοι για το διάστημα αυτό θα εξολοθρεύουν το λαό ή 3) να πέσει θανατικό από τον άγγελο Κυρίου για τρεις μέρες στη χώρα;
Ο προφήτης Γαδ πήγε στον Δαβίδ και του είπε το θέλημα του Κυρίου. Ο Δαβίδ βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση και προτίμησε να πέσει από τα χέρια του Κυρίου, που είναι πολυεύσπλαχνος, γι’ αυτό προτίμησε το θανατικό από τον άγγελο Κυρίου.
Έτσι ο Κύριος έστειλε τον άγγελο Κυρίου να εξολοθρεύσει τους Ισραηλίτες, κατά την εποχή του θερισμού των σιτηρών. Πέθαναν τότε 70.000 άνδρες από τη Δαν έως τη Βηρσαβεέ. Όταν όμως ο άγγελος του Κυρίου έφτασε πάνω από την Ιερουσαλήμ και σκόρπιζε τον όλεθρο, ο Κύριος ανακάλεσε την απόφασή του και είπε στον άγγελο να σταματήσει το θανατικό. Εκείνη τη στιγμή ο άγγελος του Κυρίου στεκόταν στο αλώνι του Ορνά του Ιεβουσαίου.
Ο Δαβίδ, όταν είδε τον άγγελο να βρίσκεται μεταξύ ουρανού και γης, να έχει τη ρομφαία του στραμένη προς την Ιερουσαλήμ και να στέλνει το θανατικό στο λαό, τότε μαζί με τους πρεσβυτέρους του λαού, φόρεσαν σάκκους ως ένδειξη μετάνοιας και έπεσαν με το πρόσωπο στη γη. Ο Δαβίδ είπε προς τον Κύριο, ότι εκείνος αμάρτησε και εκείνος ήταν ο ένοχος, ενώ ο λαός δεν αμάρτησε. Γι’ αυτό λοιπόν ζήτησε από τον Κύριο να τιμωρήσει τον ίδιο και την οικογένειά του.
Ο άγγελος Κυρίου πήγε στον προφήτη Γαδ και του είπε να πει στον Δαβίδ, να πάει στο αλώνι του Ορνά του Ιεβουσαίου και να χτίσει εκεί ένα θυσιαστήριο για τον Κύριο. Πήγε, λοιπόν, ο Δαβίδ στο αλώνι του Ορνά για να πράξει ότι του ζήτησε ο Κύριος.
Ο Ορνά κατά την ημέρα εκείνη, ήταν στο αλώνι του και αλώνιζε σιτάρι. Είδε τον βασιλιά να έρχεται από μακριά με τους αξιωματούχους του. Οι τέσσερις γιοι του όταν είδαν τον βασιλιά, φοβήθηκαν και κρύφτηκαν. Όταν ο Δαβίδ έφτασε στο αλώνι του, ο Ορνά προσκύνησε τον βασιλιά και του είπε για ποιο λόγο ήρθε. Ο Δαβίδ τού απάντησε, ότι θέλει ν’ αγοράσει το αλώνι του για να χτίσει ένα θυσιαστήριο στον Κύριο και να σταματήσει το θανατικό που είχε ξεσπάσει στον λαό.
Ο Ορνά πρόσφερε στο βασιλιά Δαβίδ το αλώνι του, καθώς και τα βόδια του για το ολοκαύτωμα, το άροτρο ως ξύλα για την πυρά και το σιτάρι του ως αναίμακτη θυσία για τον Κύριο. Ακόμη ευχήθηκε ο Κύριος να κάνει δεκτή αυτή την προσφορά. Αλλά ο Δαβίδ αρνήθηκε την προσφορά του Ορνά και του ζήτησε οπωσδήποτε να αγοράσει αυτό το αλώνι με χρήματα. Έτσι αγόρασε ο Δαβίδ το αλώνι και τα βόδια του Ορνά για 50 ασημένιους σίκλους. Έχτισε εκεί θυσιαστήριο για τον Κύριο και πρόσφερε πάνω σ’ αυτό ολοκαυτώματα.
Ο Κύριος άκουσε την προσευχή του Δαβίδ και έστειλε από τον ουρανό φωτιά και έκαψε τα ολοκαυτώματα. Αμέσως μετά έδωσε εντολή στον άγγελο και σταμάτησε το θανατικό που είχε ξεσπάσει στο λαό. Όταν ο Δαβίδ είδε ότι ο Κύριος άκουσε την προσευχή του, πρόσφερε και άλλες θυσίες ειρηνικές.
Αργότερα ο Σολομώντας, όταν έγινε βασιλιάς, μεγάλωσε αυτό το θυσιαστήριο γιατί ήταν μικρό. Κατά την εποχή εκείνη, επειδή η Σκηνή του Μαρτυρίου και το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων, που είχαν κατασκευαστεί στην έρημο από τον Μωυσή, βρίσκονταν σ’ ένα ύψωμα στη Βαμά, κοντά στη Γαβαών, ο Δαβίδ δεν μπορούσε να πάει στο μέρος εκείνο και να ζητήσει με θυσίες το έλεος του Κυρίου, γιατί φοβόταν την απειλητική ρομφαία του αγγέλου.
Ο Δαβίδ συγκέντρωσε όλους τους άρχοντες του βασιλείου, τους ιερείς και τους Λευίτες, και έκανε αρίθμηση των Λευιτών από 30 ετών και άνω. Από την απογραφή που έγινε, ο αριθμός των Λευιτών ανερχόταν σε 38.000 άνδρες. Ο Δαβίδ όρισε από αυτούς 24.000 Λευίτες να επιβλέπουν τα έργα της ανοικοδόμησης του Ναού του Κυρίου. Ακόμη όρισε ως γραμματείς και δικαστές 6.000 Λευίτες, ως θυρωρούς στο Ναό 4.000 και ως ψαλμωδούς και μουσικούς άλλους 4.000 Λευίτες, για να υμνούν τον Κύριο. Ο Δαβίδ ακόμη διαίρεσε τους Λευίτες σε τάξεις, ανάλογα με τον αριθμό των πατριών των απογόνων του Λευΐ, του Γεδσών, του Καάθ και του Μεραρί. Ο Δαβίδ όρισε λοιπόν τους Λευίτες να εκτελούν έργα στο ναό του Κυρίου. Διότι είπε ο Δαβίδ, ότι οι Λευίτες δεν είχαν πλέον την υποχρέωση να κουβαλούν τη Σκηνή του Μαρτυρίου και τα ιερά σκεύη της, αφού είχε γίνει μόνιμη εγκατάσταση της στην Ιερουσαλήμ. Έτσι λοιπόν τους όρισε να βοηθούν τους ιερείς στα καθήκοντά τους, να υπηρετούν στον Ναό του Κυρίου, να βοηθούν στην τέλεση των θυσιών και να καθαρίζουν τα ιερά σκεύη. Ακόμη είχαν ως υπηρεσία να ψάλλουν ύμνους προς τον Κύριο, πρωΐ και βράδυ.
Ο Δαβίδ, με τη βοήθεια του Σαδώκ του αρχιερέα και του γιου του Αχιμέλεχ, διαίρεσε τους απογόνους του Ελεάζαρ και του Ιθάμαρ, αναλόγως με την υπηρεσία τους και τις πατριαρχικές οικογένειες στις οποίες ανήκαν.
Στη συνέχεια ο Δαβίδ και οι στρατιωτικοί του άρχοντες εγκατέστησαν τους γιους του Ασάφ, του Αϊμάν και του Ιδιθούν, να υμνούν και να δοξάζουν το Θεό με τη βοήθεια μουσικών οργάνων, κάτω από την επιστασία των πατέρων τους. Όλοι όσοι ορίστηκαν να υμνούν και να δοξάζουν τον Κύριο με μουσικά όργανα, με κινύρες, νάβλες και κύμβαλα, ήταν 288, μαζί με τους μαθητευόμενους. Έβαλαν κι αυτοί κλήρο, τόσο οι διδάσκαλοι όσο και οι μαθητευόμενοι, για να ασκούν την υπηρεσία τους στο Ναό.
Ως θυρωροί, στην υπηρεσία του Ναού, τοποθετήθηκαν όλοι οι απόγονοι του Μοσελλεμία, συνολικά 62 άνδρες, καθώς και ο Οσά μαζί με τους γιους του και τ’ αδέλφια του, συνολικά 13 άνδρες. Μετά έβαλαν κλήρο για κάθε πύλη του Ναού. Καθημερινά ήταν 6 Λευίτες στην ανατολική θύρα, 4 στη βόρεια, 4 στη νότια και 2 στον οίκο των συγκεντρώσεων, και στη δυτική πλευρά ήταν 4 προς την δρόμο της αναβάσεως και 2 στην οδό των συνεχόμενων δωματίων.
Στη συνέχεια ορίστηκαν οι Λευίτες, που είχαν ως καθήκον την επίβλεψη και φύλαξη των θησαυρών του Ναού και των ιερών αντικειμένων. Στους θησαυρούς του Ναού υπήρχαν και τα αφιερώματα, που είχαν πάρει ως λάφυρα από τις πόλεις που είχαν κατακτήσει. Υπήρχαν επίσης τα αφιερώματα του Σαμουήλ, του Σαούλ, του Αβεννήρ και του Ιωάβ.