Αν ίσως δεν τα πήγες καλά στο προηγούμενο παιχνίδι,
ώρα να κάνουμε μια μικρή και σύντομη επανάληψη!!
Η Παλαιά Διαθήκη είναι η πνευματική προ-ιστορία των Χριστιανών καθότι μάς δείχνει το σχέδιο του Θεού για την σωτηρία των ανθρώπων, το οποίο προ της ελεύσεως του Χριστού εκπληρώθηκε και υλοποιήθηκε δια μέσου του λαού του Ισραήλ, ονόματος που έδωσε ο Θεός στον Ιακώβ και σήμαινε «Παλαιστής ή Πολεμιστής του Θεού». Δεν είναι φαντασία, ούτε παραμύθι αλλά αληθινά γεγονότα, γι’ αυτό και διδάσκεται ως ιστορία, ακολουθώντας ως οδηγό το θεόπνευστο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης.
Στην πρώτη χρονιά των μαθημάτων είδαμε την ιστορία από Αδάμ και Εύας έως τότε που ο Μωυσής, αφού ελευθέρωσε τον λαό του από την δουλεία των Αιγυπτίων, τον οδηγούσε προς τη γη της Επαγγελίας.
Πιο συγκεκριμένα:
Μάθαμε για τη δημιουργία του κόσμου και τη δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό, αλλά ταυτόχρονα μάθαμε και την απομάκρυνση των ανθρώπων από τον Θεό καθώς και την έξοδό τους από τον Παράδεισο.
Έπειτα, στη γη όπου ο Θεός μάς εξόρισε ώστε να κατοικήσουμε και να μετανοήσουμε, γνωρίσαμε τον Κάιν και τον Άβελ, καθώς και την αμαρτία του φόνου που διέπραξε ο Κάιν.
Μετά, μάθαμε για την εποχή του Νώε όπου είχε πληθυνθεί πολύ η αμαρτία και ο Θεός αποφάσισε να καθαρίσει τον κόσμο διατηρώντας μόνο τους αξίους, δηλαδή τον Νώε και την οικογένειά του. Κατόπιν μάθαμε για τον πύργο της Βαβέλ και τη σύγχυση των γλωσσών που ο Κύριος επέφερε ώστε να αποτρέψει την αμαρτία αυτήν των ανθρώπων.
Στη συνέχεια, μετά τον Κατακλυσμό και τον Πύργο της Βαβέλ, όπου και στις δύο περιπτώσεις επενέβη ο Θεός, γνωρίσαμε τον Αβραάμ, ο οποίος είναι ο Πατριάρχης των Ισραηλιτών, σύμφωνα με την ευλογία και υπόσχεση που ο Θεός τού έδωσε και την εντολή να φύγει από την ειδωλολατρική περιοχή της Μεσοποταμίας όπου κατοικούσε, και να κατοικήσει στην Χαναάν.
Ο Αβραάμ, ο οποίος αξιώθηκε να φιλοξενήσει τον Τριαδικό Θεό, κατοίκησε κοντά στην Χαναάν, σε μια έρημο, αλλά δεν κληρονόμησε ο ίδιος την περιοχή που του υποσχέθηκε ο Θεός. Ο υιός του, ο Ισαάκ, που εγεννήθη με θαυμαστό τρόπο, αφού η Σάρρα ήταν στείρα, παρέμεινε στην ίδια περιοχή. Οι γιοι όμως του Ισαάκ, ο Ιακώβ και ο Ησαύ μάλωσαν, διότι ο πρώτος εξαπάτησε τον αδερφό του και του πήρε τα πρωτοτόκια, και έτσι ο Ιακώβ μετακινήθηκε πίσω στην Χαρράν, από την οποία είχε έρθει ο Αβραάμ, ο παππούς του. Αλλά και πάλι κατόπιν κατέβηκε στα μέρη της Χαναάν και συγχωρέθηκε με τον αδερφό του, τον Ησαύ. Ο Ιακώβ, μάλιστα, ηξιώθηκε σε όραμά του να δει μια σκάλα όπου άγγελοι ανεβοκατέβαιναν και ο Άσαρκος Λόγος, κρατιόταν πάνω της. Αυτή η κλίμακα προτύπωνε την Παναγία. Και επίσης, σε άλλο όραμα αξιώθηκε να δει πάλι τον Θεό, ως Άγγελο, και να παλέψει μαζί του μια ολόκληρη νύχτα μέχρι ο Θεός να δεχθεί να τον ευλογήσει πριν τη συμφιλίωσή του με τον Ησαύ. Επειδή πάλεψε με τον Θεό, έλαβε το όνομα Ισραήλ.
Ο Ιακώβ απέκτησε 12 γιους, ο 7ος εξ αυτών ήταν ο Ιωσήφ και τελευταίος ο Βενιαμίν. Τα μεγαλύτερα αδέλφια του, επειδή τον φθονούσαν, τον έριξαν σ’ ένα πηγάδι και μετά τον πούλησαν σε κάτι εμπόρους που πήγαιναν στην Αίγυπτο, όπου εκεί τον αγόρασε ο Πετεφρής, υπηρέτης στο παλάτι του Φαραώ. Επειδή όμως η γυναίκα του Πετεφρή κατηγόρησε τον Ιωσήφ άδικα, ο Ιωσήφ πέρασε δύο χρόνια στη φυλακή μέχρις ότου ήρθε ο καιρός και ο Κύριος τον ελευθέρωσε με θαυμαστό τρόπο. Όταν δύο υπηρέτες του παλατιού που ήταν κι αυτοί στη φυλακή είδαν αλλόκοτα όνειρα, ο Ιωσήφ, με τον φωτισμό του Θεού, τους εξήγησε τι σημαίνουν και όντως έγιναν όλα όπως τα είπε. Στη συνέχεια, είχε και ο Φαραώ παράξενα όνειρα, που κανείς στο παλάτι και απ’ όλους του συμβούλους του δεν μπορούσε να του εξηγήσει, οπότε κάλεσαν τον Ιωσήφ να τα εξηγήσει και ο οποίος, πάλι με τον φωτισμό του Θεού, το κατόρθωσε και απεκάλυψε στον Φαραώ ότι μετά από 7 χρόνια ευημερίας και καλών σοδειών, θα έρθουν 7 χρόνια πείνας και πρέπει να προετοιμαστούν κατάλληλα. Ο Φαραώ τον έκανε τότε άρχοντα όλης της Αιγύπτου. Όταν έφτασε ο καιρός της πείνας τα αδέρφια του Ιωσήφ, που τον είχαν πουλήσει, κατέφυγαν στην Αίγυπτο για τρόφιμα, χωρίς να γνωρίζουν ποιος θα τους περίμενε εκεί. Ο Ιωσήφ, αφού τους παίδευσε στην αρχή, τελικά απεκάλυψε ποιος είναι και έτσι κατέβηκε όλη η οικογένεια του Ιακώβ και έζησε τα δύσκολα εκείνα χρόνια στην Αίγυπτο.
Μετά τον θάνατο του Ιωσήφ, οι Αιγύπτιοι και οι Ισραηλίτες έζησαν αρμονικά για κάποια χρόνια, έως ότου αυξήθηκαν ως λαός πολύ, και ο Φαραώ, ο βασιλιάς των Αιγυπτίων φοβούμενος ότι θα του πάρουν την εξουσία αποφάσισε να τους μειώσει τον πληθυσμό και να τους κάνει να υποφέρουν. Γι’ αυτό και τους έβαζαν όλους να δουλεύουν σε πολύ κοπιαστικές και δύσκολες εργασίες. Αλλά ούτε αυτό κατόρθωσε να περιορίσει την αύξηση του λαού του Ισραήλ, οπότε ο Φαραώ αποφάσισε να θανατώνονται όλα τα αρσενικά των Εβραίων και να αφήνουν να γεννιούνται μόνο κορίτσια. Τότε ήταν που γεννήθηκε ο Μωυσής, αυτός που ο Κύριος θα επέλεγε κατόπιν για να ελευθερώσει τον λαό του από τα δεινά αυτά της δουλείας στους Αιγυπτίους.
Ο Μωυσής μεγάλωσε και ανατράφηκε στο παλάτι του Φαραώ ως Αιγύπτιος, παρότι ήταν Ισραηλίτης, αλλά γνώριζε πως είναι Ισραηλίτης. Έτσι, μια μέρα, όταν είδε έναν Αιγύπτιο να κακοποιεί έναν Ισραηλίτη, τον σκότωσε και τον έκρυψε. Κατόπιν, όμως, φοβήθηκε γι’ αυτό που έκανε και όταν είδε ότι οι Ισραηλίτες δεν εκτίμησαν την πράξη του, έφυγε από την Αίγυπτο και πήγε ανατολικά, στη γη της Μαδιάν για να βρει μέρος να κρυφτεί. Εκεί γλύτωσε κάτι γυναίκες και τα πρόβατά τους από ληστές που τις παρενοχλούσαν. Ο πατέρας τους, ο Ιοθώρ, τον υποδέχθηκε ως σωτήρα του και τον κάλεσε να μείνει κόντα του, όπως κι έκανε. Του έδωσε και για γυναίκα του μια κόρη του, την Σεπφώρα. Για σαράντα χρόνια έβοσκε πρόβατα ο Μωυσής προτού ο Θεός τον καλέσει για να ελευθερώσει τον λαό Του.
Ο Θεός κάλεσε με θαυμαστό τρόπο τον Μωυσή, συνομιλώντας μαζί του μέσα από μια φλεγόμενη βάτο, η οποία παρότι είχε πάρει φωτιά, δεν γινόταν στάχτη, αλλά παρέμενε ανέπαφη. Ο Μωυσής στην αρχή αρνιόταν και δίσταζε γιατί ήταν βραδύγλωσσος, αλλά ο Θεός τού είπε ότι θα τον βοηθούσε ο αδερφός του, ο Ααρών και έτσι πείστηκε ο Μωυσής να πάει στην Αίγυπτο. Όντως, ο Μωυσής πήγε στην Αίγυπτο και μαζί βρήκαν τον Φαραώ και προσπάθησαν να τον πείσουν δια σημείων και τεράτων να ελευθερώσει τους Ισραηλίτες, αλλά ο Φαραώ δεν ήθελε να χάσει τους δούλους του και τις ευκολίες που του παρείχε το να έχει υπόδουλο έναν τόσο μεγάλο λαό.
Όμως, ο λόγος του Θεού δεν σκοντάφτει στην άρνηση των ανθρώπων και γι’ αυτό με διαδοχικά θαύματα που ουδείς άνθρωπος μπορεί ποτέ να επιτελέσει, απέδειξε στον Φαραώ και τους Αιγυπτίους, αλλά και σ’ όλον τον κόσμο, που άκουσε κατόπιν και έμαθε τι συνέβη στην Αίγυπτο, ότι Αυτός είναι ο αληθινός Θεός και ο Ισραήλ ήταν ο εκλεκτός του λαός, γιατί δέχθηκαν να πιστεύουν σ’ Αυτόν. Έτσι, μετά από δέκα πληγές, όπου η τελευταία ήταν να πεθάνουν όλα τα πρωτότοκα παιδιά των Αιγυπτίων αλλά και των ζώων τους, ο Φαραώ δέχθηκε να αφήσει τους Ισραηλίτες να φύγουν.
Οι Ισραηλίτες ξεκίνησαν με οδηγό τον Μωϋσή και με πολλά λάφυρα που πήραν από τους Αιγυπτίους να πηγαίνουν προς την Γη της Επαγγελίας, την χώρα που τους είχε υποσχεθεί ο Θεός ότι θα τους δώσει να κατοικήσουν. Το πρωί τους οδηγούσε μια στήλη νεφέλης και το βράδυ μια στήλη πυρός. Ωστόσο, ο Φαραώ, παρότι τους άφησε να φύγουν, άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να πάει με τον στρατό του να τους αιχμαλωτίσει ξανά. Όταν τους έφτασε, οι Ισραηλίτες ήταν στις όχθες της Ερυθράς Θαλάσσης. Ο Θεός διέταξε τον Μωϋσή να σχηματίσει με το ραβδί του το σημείο του σταυρού και η θάλασσα, μέσω ενός δυνατού ανέμου που φυσούσε όλη τη νύχτα, χωρίστηκε στα δύο και πέρασαν οι Ισραηλίτες χωρίς να βραχούν ούτε τα πόδια τους. Ο στρατός του Φαραώ εμποδιζόταν από την στήλη του πυρός να τους ακολουθήσει, αλλά μόλις η στήλη πυρός εχάθη, όρμηξαν όλοι οι Αιγύπτιοι μέσα στην θάλασσα. Ο Θεός ένωσε πάλι τα νερά και όλοι πνίγηκαν.
Οι Ισραηλίτες αφού εδόξασαν τον Θεό, στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς τη γη της Επαγγελίας διαμέσου της χερσονήσου του Σινά. Στο Σινά ο Θεός είπε στον λαό, και όλοι άκουσαν, αλλά και παρέδωσε στον Μωϋσή σε λίθινες πλάκες τις εντολές Του. Όμως, επειδή ο Μωϋσής μαζί με τον Ιησού του Ναυή ήταν στο όρος για 40 ημέρες και ο λαός τούς νόμισε για πεθαμένους, διέπραξαν τη μεγάλη αμαρτία. Παρέσυραν τον Ααρών και τους κατεσκεύασε ένα χρυσό μοσχάρι να προσκυνούν ως Θεό. Όταν ειδοποίησε ο Θεός τον Μωϋσή και κατέβηκε από του όρους και είδε τι συνέβη, τόσο πολύ θύμωσε που έριξε κάτω τις πλάκες με τις εντολές και τις έσπασε. Κατόπιν κατέστρεψε το μοσχάρι και ζήτησε συγχώρεση από τον Θεό. Ο Θεός δέχθηκε να συγχωρέσει τον λαό και να ξαναδώσει σε λίθινες πλάκες τις εντολές, τις οποίες πήρε ο Μωϋσής.
Μετά απ’ αυτό συνέχισαν προς τη Γη της Επαγγελίας, αλλά οι δυσκολίες του ταξιδιού τούς έκαναν να ολιγοπιστούν προς τον Θεό και να τον κατηγορούν πως τους έφερε στην έρημο για να τους θανατώσει. Ο Θεός όμως τούς έδινε νερό να πιουν όταν δεν έβρισκαν, τους έκανε το πικρό νερό γλυκό και τους έστειλε και μάννα με ορτύκια για να τρώνε. Τους βοήθησε δια του σημείου του Σταυρού να νικήσουν τους Αμαληκίτες και πάλι, όταν κακολόγησαν το μάννα που έτρωγαν και έστειλε φίδια προς τιμωρία τους, με τον σταυρό και το χάλκινο φίδι ο Μωϋσής, αφού παρακάλεσε τον Θεό, τούς έσωσε. Πάντοτε, ως φιλόστοργος πατέρας τούς πρόσεχε και παρότι οι Ισραηλίτες τον αμφισβητούσαν με τις πράξεις τους, Εκείνος δεν ανταπέδιδε στην πονηρία τους κακά, αλλά αγαθά.
Μετά από κοπιαστικό ταξίδι μηνών, έφτασαν στη Γη της Επαγγελίας και έστειλαν ορισμένους άνδρες από τον λαό, κατασκόπους, για να δουν πόσο καλή είναι η Γη της Επαγγελίας. Όταν όμως γύρισαν πίσω, οι περισσότεροι από αυτούς είπαν στους υπόλοιπους Ισραηλίτες ότι εκείνο το μέρος δεν ήταν καλό και ότι δεν έπρεπε να δεχθούν να κατοικήσουν εκεί που τους είχε υποδείξει ο Θεός γιατί θα υπέφεραν. Ο Θεός βλέποντας την αντίδρασή τους αυτή, θύμωσε και είπε στον Μωϋσή να πάρει τον λαό και να κινηθεί πάλι προς την έρημο. Στη διάρκεια της 40χρονης αυτής περιπλάνησης των Εβραίων, απ’ όσους ξεκίνησαν από την Αίγυπτο ελάχιστοι απέμειναν.
Φέτος θα μάθουμε την υπόλοιπη προϊστορία μας!