Οι άνδρες της Ιεριχούς είπαν στον Ελισαίο, πως η πόλη τους βρίσκεται σε ωραία τοποθεσία, αλλά τα νερά είναι ανθυγιεινά και η γη δεν παράγει τίποτα. Τότε ο Ελισαίος τούς είπε να του φέρουν μια καινούργια κανάτα και να βάλουν μέσα της αλάτι. Όταν του την έφεραν, πήγε στην πηγή των νερών και είπε «Να τι λέει ο Κύριος. Αυτά τα νερά δεν θα προξενούν πια ούτε θάνατο ούτε ακαρπία». Κι έτσι καθαρίστηκαν τα νερά και είναι μέχρι σήμερα καθαρά, σύμφωνα με τον λόγο που είπε ο Ελισαίος.
Έπειτα ο Ελισαίος αναχώρησε από την Ιεριχώ προς την Βαιθήλ και καθώς πήγαινε, μερικά παιδιά βγήκαν από την πόλη και τον κορόϊδευαν για τη φαλάκρα του. Τότε ο Ελισαίος τα καταράστηκε στ’ όνομα του Κυρίου. Και ύστερα από λίγο βγήκαν δυο αρκούδες από το δάσος και κατασπάραξαν 42 από αυτά. Ύστερα πήγε στο όρος Κάρμηλος και στη συνέχεια πήγε στη Σαμάρεια.
Μια μέρα η σύζυγος ενός από τους γιους των προφητών κραύγασε προς τον Ελισαίο «Ο άνδρας μου πέθανε. Εσύ γνωρίζεις ότι αυτός σεβόταν τον Θεό. Μετά τον θάνατό του ήρθε ο δανειστής μας, στον οποίο δεν ξοφλήσαμε το χρέος μας, να πάρει ως δούλους τα δυο παιδιά μου». Ο Ελισαίος της είπε «Τι μπορώ να κάνω για σένα; Πες μου τι υπάρχει μέσα στο σπίτι σου;». Εκείνη είπε «Στο σπίτι μου δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο λίγο λάδι για ν’ αλείψουμε στο ψωμί μας». Ο Ελισαίος της είπε «Πήγαινε στη γειτονιά και ζήτησε από τους γείτονές σου να σου δώσουν άδεια δοχεία. Μη διστάσεις να ζητήσεις πολλά. Έπειτα θα πας στο σπίτι σου και θα κλείσεις την πόρτα. Μέσα στο σπίτι θα είσαι εσύ και τα παιδιά σου. Από το λάδι που έχεις θα χύσεις λίγο στα υπόλοιπα δοχεία και τα δοχεία θα γεμίσουν λάδι».
Η γυναίκα έφυγε, μπήκε στο σπίτι της, έκλεισε την πόρτα κι έμεινε μόνη με τα παιδιά της. Τα παιδιά της έφεραν πολλά κενά δοχεία κι εκείνη έχυνε λίγο λάδι μέσα σ’ αυτά. Όταν τα δοχεία γέμισαν είπε στα παιδιά της να της φέρουν ένα ακόμη δοχείο. Εκείνα της είπαν πως δεν υπάρχει άλλο κενό δοχείο. Κι έτσι σταμάτησε η ροή του λαδιού. Η γυναίκα πήγε κι ανέφερε το γεγονός στον Ελισαίο κι εκείνος της είπε «Πήγαινε και πούλησε το λάδι και με τα χρήματα που θα πάρεις να πληρώσεις το χρέος σου. Με το υπόλοιπο λάδι που θα μείνει θα ζήσετε εσύ και τα παιδιά σου»
Κάποια άλλη μέρα ο Ελισαίος περνούσε από την πόλη Σωμάν. Εκεί υπήρχε μια πλούσια γυναίκα, η οποία τον παρακάλεσε με επιμονή να φάει στο σπίτι της. Έτσι κάθε φορά που ο Ελισαίος περνούσε από την πόλη πήγαινε στο σπίτι της κι έτρωγε. Κάποτε η γυναίκα είπε στον άνδρα της «Ο άνθρωπος αυτός είναι άνθρωπος του Θεού και άγιος. Κάθε φορά που περνάει από την πόλη μας έρχεται στο σπίτι μας. Ας του κτίσουμε ένα μικρό δωμάτιο στο υπερώο, έτσι ώστε όταν έρχεται σε μας να μένει στο δωμάτιο αυτό». Όταν ο Ελισαίος ξαναπέρασε από την πόλη, πήγε ξανά στο σπίτι της γυναίκας κι έμεινε στο δωμάτιο αυτό. Τότε ο Ελισαίος είπε στον Γιεζί, τον υπηρέτη του, να καλέσει τη Σωμανίτιδα. Εκείνη παρουσιάστηκε μπροστά του. Είπε τότε ο Ελισαίος στον υπηρέτη του, «Πες στη γυναίκα ότι μας κατέπληξε με τη φιλοξενία της. Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε γι’ αυτή»; Εκείνη απάντησε «Εγώ μένω με τους συγγενείς μου και δεν έχω κάποια ανάγκη». Ο Ελισαίος ξαναείπε στον υπηρέτη του «Τι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτή;». Ο Γιεζί, ο υπηρέτης του Ελισαίου, είπε «Είναι γεγονός ότι η γυναίκα αυτή δεν έχει παιδί και ο σύζυγός της είναι μεγάλος σε ηλικία».
Ο Ελισαίος την κάλεσε κι εκείνη στάθηκε όρθια κοντά στην πόρτα. Της είπε τότε «Το επόμενο έτος, την εποχή αυτή, θα κρατάς παιδί στην αγκαλιά σου». Εκείνη απάντησε «Σε παρακαλώ κύριε, μη διαψεύσεις αυτή την υπόσχεση που μου έδωσες». Και πράγματι η γυναίκα συνέλαβε και γέννησε παιδί τον επόμενο χρόνο και την εποχή εκείνη που της είχε προαναγγείλει ο Ελισαίος.
Το παιδί μεγάλωσε και κάποτε πήγε στους αγρούς όπου βρισκόταν ο πατέρας του και οι θεριστές. Ξαφνικά είπε στον πατέρα του «Το κεφάλι μου, το κεφάλι μου!». Ο πατέρας του είπε στον υπηρέτη του να πάρει το παιδί και να το πάει στη μητέρα του. Ο υπηρέτης πήγε το παιδί στη μητέρα του και εκείνο κοιμήθηκε στα γόνατά της ως το μεσημέρι, οπότε και πέθανε. Η μητέρα του το ανέβασε στο υπερώο και το ακούμπησε στο κρεβάτι του Ελισαίου. Έκλεισε μετά την πόρτα και βγήκε έξω. Η γυναίκα έστειλε και παρακάλεσε τον άνδρα της να της στείλει έναν από τους δούλους του κι ένα γαϊδούρι, για να πάει να βρει τον άνθρωπο του Θεού, τον Ελισαίο, και θα επιστρέψει. Εκείνος τη ρώτησε γιατί πηγαίνει προς αυτόν; Εκείνη του είπε να μην ανησυχεί. Σαμάρωσε η ίδια το γαϊδούρι και είπε στον δούλο της να πάνε να βρούνε τον άνθρωπο του Θεού, τον Ελισαίο, στο όρος Κάρμηλος.
Πήγε η γυναίκα με τον υπηρέτη της στο όρος Κάρμηλος, όπου βρισκόταν ο Ελισαίος. Όταν ο Ελισαίος την είδε να έρχεται, είπε στον Γιεζί τον υπηρέτη του «Να λοιπόν η γυναίκα η Σωμανίτιδα. Πήγαινε να την προϋπαντήσεις και να την ρωτήσεις εάν είναι καλά αυτή, ο άνδρας της και το παιδί της». Εκείνη απάντησε «Όλοι είμαστε καλά». Πήγε μετά στον Ελισαίο, έπεσε στο έδαφος κι έπιασε τα πόδια του προφήτη. Ο Γιεζί πήγε να την απωθήσει. Ο Ελισαίος όμως του είπε «Άφησέ τη, διότι η καρδιά της είναι πικραμένη και θλιμμένη. Ο Κύριος απέκρυψε από μένα και δεν μου είπε την αιτία του πόνου της». Εκείνη του είπε «Μήπως εγώ ζήτησα από τον Κύριο παιδί; Δεν σου είχα πει να μην διαψεύσεις την ελπίδα που μου έδωσες;». Είπε τότε ο Ελισαίος στον Γιεζί «Ετοιμάσου. Πάρε το ραβδί μου και πήγαινε στο σπίτι της γυναίκας αυτής. Εάν συναντήσεις άνθρωπο στον δρόμο σου δεν θα τον χαιρετήσεις κι αν σε χαιρετήσει δεν θα του αποκριθείς. Να φτάσεις γρήγορα στο σπίτι και να βάλεις το ραβδί μου στο πρόσωπο του παιδιού». Η Σωμανίτιδα είπε στον Ελισαίο «Ορκίζομαι στον Θεό ότι δεν θα σε εγκαταλείψω».
Ο Ελισαίος την ακολούθησε ως το σπίτι. Ο Γιεζί όμως πήγε νωρίτερα από αυτούς κι έβαλε το ραβδί του Ελισαίου στο πρόσωπο του παιδιού. Αλλά καμμία φωνή και καμμία αντίδραση δεν υπήρξε εκ μέρους του παιδιού. Γύρισε πίσω ο Γιεζί και συνάντησε τον Ελισαίο στον δρόμο και του είπε πως το παιδί δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι. Ο Ελισαίος μπήκε στο σπίτι και είδε το παιδί νεκρό πάνω στο κρεβάτι του. Έκλεισε την πόρτα του δωματίου κι έμεινε μόνος με το παιδί και προσευχήθηκε στον Κύριο. Ανέβηκε έπειτα στο κρεβάτι, ξάπλωσε πάνω στο παιδί κι ακούμπησε το στόμα του στο στόμα του παιδιού και τα μάτια του στα μάτια εκείνου και τα χέρια του στα χέρια εκείνου, ξάπλωσε πάνω στο παιδί κι έτσι το σώμα του παιδιού ζεστάθηκε. Έπειτα ο Ελισαίος απομακρύνθηκε, περπάτησε μέσα στο σπίτι, ανέβηκε πάλι στο κρεβάτι και ξάπλωσε πάνω στο παιδί όπως και προηγουμένως. Αυτό επαναλήφτηκε εφτά φορές. Τότε το παιδί άνοιξε τα μάτια του και ο Ελισαίος είπε στον Γιεζί να καλέσει τη Σωμανίτιδα. Εκείνη μπήκε στο δωμάτιο του υπερώου και ο Ελισαίος της παρέδωσε το παιδί ζωντανό. Η γυναίκα έπεσε στα πόδια του Ελισαίου, τον προσκύνησε κι έπειτα πήρε το παιδί της και βγήκε από το δωμάτιο.