Ένα απόγευμα, ο Δαβίδ σηκώθηκε από τον μεσημβρινό του ύπνο και περπατούσε στο βασιλικό του δωμάτιο. Από ‘κει είδε μια γυναίκα να λούζεται, η οποία ήταν πολύ ωραία στην εμφάνιση. Αμέσως έστειλε και ζήτησε πληροφορίες για αυτήν τη γυναίκα. Του είπαν, λοιπόν, ότι αυτή είναι η Βηρσαβεέ, κόρη του Ελιάβ και γυναίκα του Ουρία του Χετταίου. Με τη γυναίκα αυτή ο Δαβίδ απέκτησε παράνομα παιδί.
Έστειλε τότε ο Δαβίδ αγγελιαφόρο στον Ιωάβ να του στείλει τον Ουρία τον Χετταίο. Πράγματι, ο Ιωάβ τον έστειλε στον Δαβίδ. Όταν παρουσιάστηκε ο Ουρίας, ο Δαβίδ τον ρώτησε για τον στρατό και για τον πόλεμο. Έπειτα του έδωσε μια μικρή άδεια για να πάει στο σπίτι του. Μόλις ο Ουρίας βγήκε από το βασιλικό παλάτι, ο Δαβίδ τού έστειλε και κάποια δώρα. Ο Ουρίας όμως δεν κοιμήθηκε στο σπίτι του, αλλά στην πύλη του παλατιού, μαζί με τη βασιλική φρουρά.
Όταν έφεραν στο Δαβίδ την είδηση ότι ο Ουρίας δεν πήγε στο σπίτι του, ο Δαβίδ τον κάλεσε ξανά και του είπε για ποιο λόγον δεν πήγε στο σπίτι του να ξεκουραστεί. Ο Ουρίας είπε στον βασιλιά, ότι η Κιβωτός της Διαθήκης, ο Ιωάβ ο αρχιστράτηγος και όλοι οι σύντροφοί του ζουν σε σκηνές κι έχουν στρατοπεδεύσει στην ύπαιθρο κι αυτός θα πήγαινε στο σπίτι του; Τότε ο Δαβίδ τον κράτησε στο παλάτι δυο μέρες. Τον κάλεσε να φάει και να πιει μαζί του και τον μέθυσε. Το βράδυ ο Ουρίας κοιμήθηκε πάλι με τη βασιλική φρουρά.
Το πρωΐ ο Δαβίδ έγραψε μια επιστολή στον Ιωάβ και την έστειλε με τον Ουρία. Στην επιστολή έγραφε, να βάλει τον Ουρία στην πρώτη γραμμή της πιο σκληρής μάχης κι έπειτα να τραβηχτούν από κοντά του, ώστε να τον χτυπήσει ο εχθρός και να σκοτωθεί.
Ήταν ακριβώς τότε που ο Ιωάβ πολιορκούσε τη Ραββάθ, την πρωτεύουσα των Αμμωνιτών. Ο Ιωάβ τοποθέτησε τον Ουρία απέναντι σ’ ένα σημείο, που ήξερε ότι το υπερασπίζονταν οι πιο αξιόμαχοι άντρες του εχθρού. Σε μια τους έξοδο, οι άντρες της πόλης επιτέθηκαν στο στρατό του Ιωάβ και τους κυνήγησαν μέχρι την πεδιάδα. Εκεί οι άνδρες του Ιωάβ τους απέκρουσαν και τους κυνήγησαν μέχρι την πύλη της πόλης. Τότε από τα τείχη οι τοξότες της Ραββάθ σκότωσαν αρκετούς από τους άντρες του Δαβίδ. Τότε σκοτώθηκε κι ο Ουρίας ο Χετταίος.
Ο Ιωάβ έστειλε αγγελιαφόρο στο Δαβίδ και του ανέφερε τα γεγονότα της μάχης, και βέβαια την είδηση για το θάνατο του Ουρία του Χετταίου. Ο Δαβίδ με τη σειρά του έστειλε μήνυμα στον Ιωάβ, να συνεχίσει την πολιορκία εναντίον της πρωτεύουσας των Αμμωνιτών και να την καταλάβει.
Η γυναίκα του Ουρία έμαθε ότι σκοτώθηκε ο άντρας της, κράτησε πένθος γι’ αυτόν και τον θρήνησε. Όταν πέρασε το πένθος, ο Δαβίδ έστειλε και την πήρε στο παλάτι κι έγινε γυναίκα του και του γέννησε γιο. Αλλά με την πράξη του αυτή ο Δαβίδ δυσαρέστησε τον Κύριο.
Ο Κύριος έστειλε στο Δαβίδ τον προφήτη Νάθαν, ο οποίος μίλησε παραβολικά στο Δαβίδ. Ο Νάθαν του είπε ότι: «Σε μια πόλη ζούσαν δυο άνθρωποι, ένας πλούσιος κι ένας φτωχός. Ο πλούσιος είχε πάρα πολλά πρόβατα και βόδια, ενώ ο φτωχός δεν είχε τίποτα, παρά μια μικρή αμνάδα. Την περιποιόταν, την μεγάλωσε μαζί με τα παιδιά του, έτρωγε από το ψωμί του, έπινε νερό από το ποτήρι του, κοιμόταν στην αγκαλιά του και την είχε σαν θυγατέρα του. Μια μέρα ήρθε κάποιος να επισκεφτεί τον πλούσιο. Ο πλούσιος όμως λυπήθηκε να σφάξει κάποιο από τα ζώα του για να δώσει στον επισκέπτη του, αλλά πήγε και πήρε την αμνάδα του φτωχού και την ετοίμασε να φάει ο ταξιδιώτης».
Ο Δαβίδ θύμωσε πάρα πολύ με τον πλούσιο και είπε στο Νάθαν: «Ο άνθρωπος που το έκανε αυτό είναι ένοχος θανάτου! Κι επειδή φέρθηκε τόσο απάνθρωπα, θα πρέπει να αντικαταστήσει την αμνάδα με επτά άλλες, επειδή αδίκησε και δεν λυπήθηκε τον φτωχό».
Τότε ο Νάθαν είπε στο Δαβίδ: «Εσύ είσαι αυτός ο άνθρωπος! Και ο Κύριος λέει: «Εγώ σε έχρισα βασιλιά του Ισραήλ κι εγώ σε έσωσα από την καταδίωξη του Σαούλ. Σου έδωσα τόσα αγαθά και απόλυτη εξουσία στον λαό του Ισραήλ και του Ιούδα. Κι αν όλα αυτά σου φαίνονται λίγα, θα μπορούσα να σου δώσω ακόμα περισσότερα. Γιατί, όμως, περιφρόνησες τον λόγο μου, κι έπραξες ότι με δυσαρεστεί; Δολοφόνησες τον Ουρία τον Χετταίο! Ενήργησες εσκεμμένα, ώστε να σκοτωθεί από τους Αμμωνίτες και μετά πήρες τη γυναίκα του για δική σου. Από ‘δώ και πέρα, λοιπόν, ποτέ δεν θα λείψουν οι σκοτωμοί στην οικογένειά σου, γιατί με περιφρόνησες και πήρες τη γυναίκα του Ουρία του Χετταίου για γυναίκα σου. Θα παραχωρήσω να συμβούν παρόμοιες συμφορές στον οίκο σου για το κακό, το οποίο εσύ διέπραξες κρυφά, εγώ θα σε τιμωρήσω ενώπιον όλου του λαού».
Τότε είπε ο Δαβίδ στο Νάθαν: «Αμάρτησα ενώπιον του Κυρίου!» Κι ο Νάθαν του απάντησε: «Ο Κύριος συγχώρησε την αμαρτία σου και δεν θα τιμωρηθείς με θάνατο. Επειδή όμως με την πράξη σου αυτή έδωσες αφορμή στους εχθρούς του Κυρίου να περιφρονήσουν τον Κύριο, γι’ αυτό και το παιδί που γεννήθηκε από τη Βηρσαβεέ, θα πεθάνει». Αυτά είπε ο Νάθαν και έφυγε. Ο πεντηκοστός Ψαλμός είναι ένας Ψαλμός μετάνοιας του Δαβίδ, όταν ηλέγχθη από τον προφήτη Νάθαν, για το μεγάλο του αμάρτημα (Ψαλμός 50).
Έτσι ο Κύριος έκανε ν’ αρρωστήσει βαριά το παιδί που γέννησε στον Δαβίδ η Βηρσαβεέ. Ο Δαβίδ προσευχήθηκε στο Θεό γι’ αυτό το παιδί, νήστεψε αυστηρά και το βράδυ κοιμήθηκε στο δάπεδο φορώντας ένα σάκκο. Οι πρεσβύτεροι του παλατιού προσπάθησαν να τον σηκώσουν από κάτω, αλλά αυτός δεν ήθελε κι αρνήθηκε να φάει οτιδήποτε μαζί τους. Την έβδομη μέρα πέθανε το παιδί, αλλά οι υπηρέτες του φοβήθηκαν να του το ανακοινώσουν, μήπως κάνει κανένα κακό. Όταν αντιλήφθηκε ο Δαβίδ ότι οι υπηρέτες του κρυφομιλούσαν, κατάλαβε ότι το παιδί είχε πεθάνει. Όταν επιβεβαιώθηκε το γεγονός, τότε ο Δαβίδ σηκώθηκε από το έδαφος, πλύθηκε, αλείφτηκε με αρωματικό λάδι, άλλαξε ρούχα και μπήκε στο ναό του Κυρίου και προσκύνησε. Έπειτα γύρισε στο σπίτι του και ζήτησε να του βάλουν φαγητό.