Μετά απ’ αυτά τα γεγονότα ο Ναβουθαί, που καταγόταν από την Ιεζράελ, είχε ένα αμπελώνα κοντά στο ανάκτορο του Αχαάβ. Μια μέρα ο Αχαάβ ζήτησε από το Ναβουθαί να του δώσει τον αμπελώνα, επειδή ήταν κοντά στο ανάκτορό του. Ως αντάλλαγμα θα του έδινε έναν άλλο αμπελώνα, καλύτερο απ’ αυτόν ή το αντίτιμό του εάν προτιμούσε.
Ο Ναβουθαί αρνήθηκε να παραχωρήσει την προγονική του κληρονομιά. Έτσι η γυναίκα του Αχαάβ, η Ιεζάβελ, έστειλε ένα έγγραφο εξ ονόματος του Αχαάβ, στους πρεσβυτέρους και στους άρχοντες της Ιεζράελ, και τους συνιστούσε να κηρύξουν νηστεία στην πόλη κι έπειτα να θέσουν τον Ναβουθαί ως κατηγορούμενο ενώπιον του λαού. Να βάλουν και δύο διεφθαρμένους ανθρώπους να ψευδομαρτυρήσουν εναντίον του και να τον κατηγορήσουν ότι βλασφήμησε τον Θεό και τον βασιλιά, έτσι ώστε να καταδικαστεί σε θάνατο.
Οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες της Ιεζράελ έκαναν όπως τους παρήγγειλε η Ιεζάβελ. Ο Ναβουθαί καταδικάστηκε για βλασφημία και τον θανάτωσαν με λιθοβολισμό. Όταν ο Αχαάβ έμαθε από την Ιεζάβελ ότι ο Ναβουθαί πέθανε, έσχισε τα ρούχα του και φόρεσε ένα σάκκο ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Έπειτα όμως πήγε στον αμπελώνα του Ναβουθαί για να τον πάρει στην κατοχή του.
Τότε ο Κύριος είπε στον Ηλία να πάει να συναντήσει τον Αχαάβ, που εκείνη την ώρα βρισκόταν στον αμπελώνα του Ναβουθαί και να του πει: «Επειδή φόνευσες τον Ναβουθαί και πήρες τον αμπελώνα του, ο Κύριος λέει ότι, στον τόπο που οι χοίροι και τα σκυλιά έγλυψαν το αίμα του Ναβουθαί, στον ίδιο τόπο θα γλύψουν και το δικό σου αίμα».
Ο Ηλίας μετέφερε στον Αχαάβ τα λόγια του Κυρίου. Του είπε ακόμη ότι επειδή με τις πράξεις του δυσαρέστησε κι εξόργισε τον Κύριο, και παρέσυρε και τον λαό στην αμαρτία, γι’ αυτό ο Κύριος θα του προξενήσει συμφορές και θα εξολοθρεύσει την οικογένειά του, όπως έκανε με τις οικογένειες του Ιεροβοάμ και του Βαασά. Όσο για την Ιεζάβελ, ο Κύριος είπε: «τα σκυλιά θα φάνε την Ιεζάβελ μπροστά στο τείχος της Ιζράελ».
Όταν ο Αχαάβ άκουσε τα λόγια του Ηλία, έσκισε τα ρούχα του, ντύθηκε πένθιμα φορώντας ένα σάκκο και περιφερόταν κλαίγοντας. Κι επειδή ο Αχαάβ είχε νηστέψει και είχε πενθήσει τον φόνο του Ναβουθαί, ο Κύριος είπε στον Ηλία: «Είδες πώς ταπεινώθηκε ο Αχαάβ ενώπιόν μου; Επειδή λοιπόν ταπεινώθηκε, δεν θα καταστρέψω την οικογένειά του στις μέρες του, αλλά στις μέρες του γιου του».
Επί βασιλείας Αχαάβ οι Σύριοι προσπάθησαν να εισβάλουν στο βασίλειο του Ισραήλ δύο φορές, απωθήθηκαν όμως, την πρώτη στη Σαμάρεια και τη δεύτερη στην Αφέκ. Έτσι ο γιος Άδερ (Βεν Αδάδ), βασιλιάς των Συρίων, συγκέντρωσε όλο το στρατό του, που αποτελούνταν από συμμαχία 32 βασιλιάδων, με ιππικό και πολεμικά άρματα, και πολιόρκησε την πόλη της Σαμάρειας, με σκοπό να την κυριέψει. Στη μάχη που ακολούθησε οι Ισραηλίτες ανάγκασαν τους Σύριους να υποχωρήσουν και τους έτρεψαν σε φυγή. Έπειτα τους καταδίωξαν και ο Σύρος βασιλιάς σώθηκε ανεβαίνοντας πάνω στο άλογο κάποιου στρατιώτη. Ο στρατός του Αχαάβ επέφερε μεγάλη καταστροφή στους Σύρους και πήραν ως λάφυρα πολλά άλογα και άρματα.
Μετά από ένα χρόνο ο γιος Άδερ (Βεν Αδάδ) συγκέντρωσε στρατό και εκστράτευσε εναντίον της Αφέκ για να πολεμήσει τους Ισραηλίτες. Ο στρατός του Αχαάβ είχε προετοιμαστεί και είχε ανεφοδιαστεί. Οι δύο στρατοί έμειναν στρατοπεδευμένοι ο ένας απέναντι στον άλλον εφτά μέρες. Την έβδομη μέρα άρχισε η μάχη και οι Ισραηλίτες θανάτωσαν 100.000 πεζούς Σύριους. Όσοι επέζησαν κατέφυγαν στην Αφέκ, αλλά το τείχος της πόλης έπεσε πάνω τους και σκοτώθηκαν άλλοι 27.000 Σύριοι στρατιώτες.
Ο γιος Άδερ (Βεν Αδάδ) τράπηκε σε φυγή και στη συνάντηση που είχε με τον Αχαάβ, του επέστρεψε όλες τις πόλεις που είχε πάρει ο πατέρας του από τον πατέρα του και του έδωσε το δικαίωμα να χτίσει για τον εαυτό του αγορές στη Δαμασκό, όπως είχε ο πατέρας μου στη Σαμάρεια. Με αυτή τη συμφωνία ο Αχαάβ συμφώνησε και τον άφησε ελεύθερο.
Η πόλη Ρεμμάθ (Ραμώθ) της Γαλαάδ την εποχή του βασιλιά Αχαάβ είχε καταλειφθεί από τους Σύριους. Ο Αχαάβ, ο βασιλιάς του Ισραήλ, συμφώνησε με τον Ιωσαφάτ, βασιλιά του Ιούδα, να πολεμήσουν μαζί στη Γαλαάδ για να πάρουν πίσω τη Ρεμμάθ (Ραμώθ) από τους Σύριους. Στην εκστρατεία του Αχαάβ συνέβαλαν και οι ψευδοπροφήτες του με τις ευνοϊκές τους προβλέψεις, παρά τις αντίθετες προβλέψεις του προφήτη Μιχαία.
Έτσι ο Αχαάβ, βασιλιάς του Ισραήλ, και ο Ιωσαφάτ, βασιλιάς του Ιούδα, πήγαν στη Γαλαάδ για να πάρουν από τους Σύριους τη Ρεμμάθ (Ραμμώθ). Ο Αχαάβ είπε στον Ιωσαφάτ, ότι θα πάρει τη στολή ενός στρατιώτη και θα πάει να πολεμήσει ως ένας απλός στρατιώτης και πρότεινε στον Ιωσαφάτ να φορέσει τη δική του βασιλική στολή. Έτσι ο Αχαάβ μπήκε στη μάχη ντυμένος ως απλός στρατιώτης. Ο βασιλιάς των Συρίων είχε δώσει στους 32 αρχηγούς των πολεμικών αρμάτων του ρητή διαταγή να μη χτυπήσουν κανέναν, ούτε απλό στρατιώτη ούτε αξιωματικό, παρά μόνο το βασιλιά του Ισραήλ.
Οι αρχηγοί των πολεμικών αρμάτων, όταν είδαν τον Ιωσαφάτ θεώρησαν πως αυτός ήταν ο βασιλιάς του Ισραήλ κι έτρεξαν καταπάνω του να τον χτυπήσουν. Αλλά ο Ιωσαφάτ έβγαλε μια πολεμική κραυγή και οι αρχηγοί των πολεμικών αρμάτων, όταν είδαν ότι δεν ήταν αυτός ο βασιλιάς του Ισραήλ, σταμάτησαν να τον καταδιώκουν. Αλλά ένας από αυτούς τέντωσε το τόξο και το βέλος τυχαία χτύπησε τον Αχαάβ και τον σκότωσε. Έτσι με το θάνατο του Αχαάβ σταμάτησε ο πόλεμος εναντίον των Συρίων.
Μετά πήραν το σώμα του Αχαάβ και το έφεραν στη Σαμάρεια, όπου το έθαψαν εκεί. Στην πηγή της Σαμάρειας, όπου έπλυναν το άρμα του βασιλιά, εκεί πήγαιναν οι χοίροι και τα σκυλιά κι έγλυφαν το αίμα του, ενώ αμαρτωλές γυναίκες λούζονταν εκεί, όπου υπήρχε ακόμη το αίμα του Αχαάβ, όπως είχε πει ο Κύριος με τον προφήτη Ηλία στον Αχαάβ.