Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΑΜΟΥΗΛ
Κάθε χρόνο ο Ελκανά πήγαινε από την πόλη του, την Αρμαθαΐμ, στο αγιαστήριο του Κυρίου στη Σηλώ για να προσκυνήσει και να προσφέρει θυσία στον Κύριο. Όταν ο Ελκανά θυσίαζε, έδινε μερίδες από τη θυσία στη δεύτερη γυναίκα του τη Φεννάνα και στους γιους της. Στην Άννα, όμως, αν και την αγαπούσε περισσότερο από τη Φεννάνα, έδινε μία μόνο μερίδα, επειδή ο Κύριος την είχε κάνει στείρα. Γι’ αυτόν τον λόγο η Άννα καταλαμβάνετο από αθυμία, έκλαιγε και δεν έτρωγε. Ο Ελκανά προσπαθούσε μάταια να την παρηγορήσει.
Τότε αρχιερέας στη Σηλώ ήταν ο Ηλί. Και μια φορά που η οικογένεια του Ελκανά είχε πάει στη Σηλώ, η Άννα ήταν πολύ πικραμένη, και προσευχόταν κλαίγοντας στον Κύριο. Έκανε τάμα και είπε: «Κύριε, Θεέ του Ισραήλ, αν σκύψεις πάνω από τη θλίψη και τη ντροπή της δούλης σου, αν με θυμηθείς μέσα στο έλεός σου και μου δώσεις αρσενικό παιδί, τότε εγώ θα το αφιερώσω σ’ εσένα, Κύριε, για όλη του τη ζωή».
Ενώ η Άννα συνέχιζε να προσεύχεται ενώπιον του Κυρίου, ο Ηλί παρατηρούσε το στόμα της. Η Άννα μιλούσε από μέσα της και μόνο τα χείλη της κινούνταν. Ο Ηλί την πέρασε για μεθυσμένη και ο υπηρέτης του, κατ’ εντολή του Ηλί, την αποπήρε. Η Άννα τού αποκρίθηκε: «Όχι, κύριέ μου, είμαι μια γυναίκα καταστενοχωρημένη. Δεν ήπια κρασί ούτε άλλα δυνατά ποτά, απλώς άνοιξα την καρδιά μου ενώπιον του Κυρίου. Μη θεωρήσεις τη δούλη σου καμιά τιποτένια. Αν προσευχήθηκα, ήταν απ’ τον πολύ μου πόνο και τη θλίψη».
Ο Ηλί τής αποκρίθηκε: «Πήγαινε στο καλό, κι ο Θεός του Ισραήλ να σου δώσει αυτό που του ζήτησες». Κι εκείνη απάντησε: «Ας έχω η δούλη σου την εύνοιά σου και ο Κύριος ας εισακούσει την ευχή σου». Τότε η Άννα πήγε στο κατάλυμα του συζύγου της κι έφαγε και το πρόσωπο της δεν ήταν πια θλιμμένο.
Την άλλη μέρα το πρωί ο Ελκανά και η οικογένεια του σηκώθηκαν νωρίς, προσκύνησαν ενώπιον του Κυρίου, και γύρισαν στο σπίτι τους, στην Αρμαθαΐμ. Ο Ελκανά συνευρέθηκε με τη γυναίκα του την Άννα, κι ο Κύριος θυμήθηκε την προσευχή της. Εκείνη έμεινε έγκυος κι όταν συμπληρώθηκε ο καιρός, γέννησε γιο. Τότε η Άννα είπε: «Τον ζήτησα από τον Κύριο και τον έλαβα» και τον ονόμασε Σαμουήλ.
Τον επόμενο χρόνο, ο Ελκανά ανέβηκε με την οικογένεια του να προσφέρει στον Κύριο την ετήσια θυσία, ένα τάμα που είχε κάνει και το οριζόμενο δέκατο από τα γεωργικά του προϊόντα. Η Άννα όμως δεν πήγε μαζί του, έμεινε στο σπίτι της και θήλαζε τον γιο της, ώσπου να απογαλακτιστεί και να τον αφιερώσει στον Κύριο. Όταν το παιδί απογαλακτίστηκε, κι ενώ ήταν ακόμα πολύ μικρό, τον πήρε μαζί της, πήρε κι ένα μοσχάρι τριών χρόνων, σιμιγδάλι και κρασί και ήρθε στη Σκηνή του Μαρτυρίου, στη Σηλώ. Εκεί θυσίασαν το μοσχάρι κι έφεραν το παιδί στον Ηλί. Τότε η Άννα τού είπε: «Κύριέ μου, εγώ είμαι η γυναίκα που στάθηκε εδώ κοντά σου και προσευχήθηκα στον Κύριο. Για το παιδί αυτό προσευχήθηκα κι ο Κύριος μου έδωσε αυτό που του ζήτησα. Έτσι κι εγώ το αφιερώνω τώρα στον Κύριο. Για όλην του την ζωή θα είναι αφιερωμένο σ’ Αυτόν».
Ύστερα η Άννα δόξασε τον Κύριο με μια προσευχή και όλη η οικογένεια γύρισε στο σπίτι της, ενώ το παιδί έμεινε στη Σηλώ και υπηρετούσε στη Σκηνή του Μαρτυρίου τον Κύριο με την επίβλεψη του αρχιερέα Ηλί.
Κάθε χρόνο η μητέρα του του έφτιαχνε έναν μικρό ιερατικό χιτώνα και του τον έφερνε όταν ερχόταν με τον άντρα της για να προσφέρει την ετήσια θυσία. Ο Ηλί ευλόγησε τον Ελκανά και τη γυναίκα του και είπε στον Ελκανά: «Εύχομαι ο Κύριος να σου δώσει απογόνους απ’ αυτήν τη γυναίκα στη θέση του παιδιού που αυτή αφιέρωσε στον Κύριο». Ο Κύριος πραγματοποίησε την ευχή του Ηλί και η Άννα γέννησε τρεις γιους και δύο κόρες. Ο νεαρός Σαμουήλ όσο περνούσε ο καιρός, τόσο μεγάλωνε και πλήθυναν οι αρετές του ενώπιον Θεού και ανθρώπων.