Από την ημέρα εκείνη ο Σαούλ κράτησε τον Δαβίδ στο παλάτι και δεν τον άφησε να γυρίσει στο σπίτι του πατέρα του. Ο Ιωνάθαν, γιος του Σαούλ, συμπάθησε πολύ το Δαβίδ και τον αγάπησε σαν τον ίδιο του τον εαυτό. Έτσι ο Ιωνάθαν και ο Δαβίδ δημιούργησαν στενή φιλία. Έβγαλε μάλιστα το πανωφόρι που φορούσε και του τον έδωσε. Του έδωσε επίσης τον στρατιωτικό μανδύα του, ακόμη και το ξίφος του, το τόξο και τη ζώνη του.
Ο Δαβίδ διεξήγαγε με μεγάλη επιτυχία οποιαδήποτε αποστολή του ανέθετε ο Σαούλ. Έτσι τον τοποθέτησε αρχηγό του στρατού του. Αυτό ευχαρίστησε όλο το στρατό και τους αξιωματούχους του βασιλιά.
Καθώς ο στρατός επέστρεφε, αφού ο Δαβίδ είχε σκοτώσει τον Γολιάθ, έβγαιναν οι γυναίκες από όλες τις ισραηλιτικές πόλεις, απ’ όπου περνούσαν, και τους υποδέχονταν με τραγούδια και χορούς, με τύμπανα, με κύμβαλα και με κραυγές χαράς. Οι γυναίκες που χόρευαν, φώναζαν χαρούμενα κι έλεγαν: «Ο Σαούλ σκότωσε χιλιάδες μα ο Δαβίδ μυριάδες». Του Σαούλ τού κακοφάνηκαν αυτά τα λόγια κι οργίστηκε πάρα πολύ. Έτσι από τη μέρα εκείνη ο Σαούλ άρχισε να ζηλεύει τον Δαβίδ.
Την άλλη μέρα, το κακό πνεύμα ήρθε πάλι στον Σαούλ και τον έπιασε κρίση μέσα στο ανάκτορο, ενώ ο Δαβίδ έπαιζε την άρπα, όπως κάθε μέρα. Ο Σαούλ κρατούσε ακόντιο στα χέρια του και σε μια στιγμή έριξε το ακόντιο, αλλά ο Δαβίδ δυο φορές τού ξέφυγε.
Ο Σαούλ φοβόταν τον Δαβίδ. Έτσι απεμάκρυνε τον Δαβίδ από κοντά του και τον έκανε χιλίαρχο. Ο Δαβίδ ήταν συνετός και οδηγούσε τον στρατό στις μάχες. Ο Κύριος ήταν μαζί του και είχε επιτυχία σε οτιδήποτε επιχειρούσε. Στο διάστημα αυτό απόκτησε μεγάλη φήμη κι έγινε πολύ αγαπητός στον λαό. Ο Σαούλ, βλέποντας τη σύνεση του Δαβίδ και τις μεγάλες επιτυχίες του, τον φοβήθηκε ακόμη πιο πολύ.
Λόγω των επιτυχιών του Δαβίδ και της μεγάλης δημοτικότητάς του, ο Σαούλ τον φθόνησε ακόμη περισσότερο. Έτσι ο Σαούλ είπε στον γιο του τον Ιωνάθαν και σ’ όλους τους αξιωματούχους του να σκοτώσουν τον Δαβίδ. Ο Ιωνάθαν όμως τον αγαπούσε πάρα πολύ. Έτσι τον προειδοποίησε και του είπε να πάει να κρυφτεί και εκείνος στο μεταξύ θα μιλούσε θετικά στον πατέρα του γι’ αυτόν.
Ο Ιωνάθαν, λοιπόν, μια μέρα που βγήκαν στους αγρούς με τον πατέρα του, μίλησε με τα καλύτερα λόγια για το Δαβίδ και ο Σαούλ υποχώρησε μετά απ’ αυτά που του είπε ο γιος του. Τότε ο Ιωνάθαν πήγε και βρήκε τον Δαβίδ, του ανέφερε όλα όσα είχαν συζητηθεί και τον οδήγησε στο Σαούλ. Έτσι ο Δαβίδ ανέλαβε την υπηρεσία του κοντά στο βασιλιά, όπως και πριν.
Ο πόλεμος με τους Φιλισταίους ξανάρχισε κι ο Δαβίδ τούς νίκησε και τους επέφερε πολύ μεγάλη καταστροφή, οι οποίοι πανικόβλητοι τράπηκαν σε φυγή. Μια μέρα ήρθε πάλι το κακό πνεύμα στον Σαούλ, ενώ καθόταν στο ανάκτορό του, με το ακόντιο στα χέρια του και ο Δαβίδ του έπαιζε μουσική. Ο Σαούλ βρήκε πάλι την ευκαιρία και του πέταξε το ακόντιο, αλλά ο Δαβίδ ξέφυγε και το ακόντιο χτύπησε στον τοίχο.
Έτσι ο Δαβίδ κατόρθωσε να ξεφύγει. Πήγε στον Σαμουήλ στην Αρμαθαΐμ, και του διηγήθηκε όλα όσα του είχε κάνει ο Σαούλ. Τότε μαζί με τον Σαμουήλ πήγαν κι έμειναν στη Ναυάθ, κοντά στην Αρμαθαΐμ.
Όταν ο Σαούλ κάθισε στο τραπέζι για να φάει, όπως συνήθιζε, κάθισε στο κάθισμά του, κοντά στον τοίχο. Ο Ιωνάθαν κάθισε απέναντί του κι ο Αβεννήρ πλάι στον Σαούλ, ενώ η θέση του Δαβίδ ήταν άδεια. Ο Σαούλ δεν είπε τίποτα εκείνη την ημέρα, αλλά την επόμενη μέρα που η θέση του Δαβίδ ήταν πάλι άδεια, ρώτησε τον γιο του τον Ιωνάθαν, πού είναι ο Δαβίδ και γιατί δεν παραβρέθηκε στο τραπέζι. Ο Ιωνάθαν τον δικαιολόγησε, ότι δήθεν πήγε στη Βηθλεέμ, κοντά στην οικογένειά του.
Τότε οργίστηκε ο Σαούλ εναντίον του Ιωνάθαν και τον απείλησε ότι λόγω της φιλίας του με τον Δαβίδ δεν πρόκειται ποτέ να τον διαδεχτεί στη βασιλεία. Κατόπιν τον διέταξε να συλλάβει το Δαβίδ και να του τον παραδώσει για να πεθάνει.
Ο Ιωνάθαν υπερασπίστηκε τον Δαβίδ και τότε ο Σαούλ, τυφλωμένος από οργή, έριξε το ακόντιο εναντίον του γιου του για να τον σκοτώσει. Τότε κατάλαβε ο Ιωνάθαν ότι ο πατέρας του είχε αποφασίσει να σκοτώσει τον Δαβίδ. Σηκώθηκε, λοιπόν, από το τραπέζι πολύ οργισμένος και δεν κάθισε να φάει μαζί με τον πατέρα του.
Σ’ αυτήν την ιστορία βλέπουμε ότι ο Σαούλ, κυριευμένος από το κακό πνεύμα, υποπίπτει στο αμάρτημα του φθόνου, που είναι φοβερό αμάρτημα και καταστρέφει όχι μόνο τον άνθρωπο αλλά και τους γύρω του, ακόμη δε και τα ζώα, και τα δένδρα, και την κτίση όλη!
Απ’ αυτό το αμάρτημα είχαν κυριευτεί πολλούς αιώνες αργότερα και οι Φαρισαίοι που ήθελαν να σκοτώσουν τον Χριστό γιατί ένιωθαν ότι τους απειλούσε με τη διδασκαλία Του, και ο λαός ακολουθούσε Εκείνον και όχι εκείνους.