Ο προφήτης Σαμουήλ, παρόλο που βρισκόταν πια σε βαθιά γεράματα, σύμφωνα με εντολή του Κυρίου πήγε στη Βηθλεέμ, για να χρίσει τον νέο βασιλιά του Ισραήλ. Ο Σαμουήλ δεν φανέρωσε τις προθέσεις του, προκειμένου να μην το μάθει ο Σαούλ. Έτσι τους είπε ότι πήγε στην πόλη τους για να προσφέρει θυσία στον Κύριο και τους κάλεσε όλους στην τελετή. Κάλεσε επίσης τον Ιεσσαί και τους γιους του να εξαγνιστούν και να συμμετάσχουν στη θυσία.
Όταν έφτασαν εκεί οι εφτά από τους οχτώ γιους του Ιεσσαί, ο Κύριος τον πληροφόρησε ότι κανένας από αυτούς δεν είναι ο εκλεκτός. Έτσι ο Σαμουήλ ρώτησε τον Ιεσσαί, αν έχει άλλα παιδιά. Εκείνος απάντησε, ότι έχει έναν ακόμα, ο οποίος είναι μικρότερος και βόσκει τα πρόβατα. Ο Σαμουήλ ζήτησε να τον φέρουν και ο Ιεσσαί έστειλε κι έφερε τον Δαβίδ. Ο Κύριος πληροφόρησε τον Σαμουήλ ότι αυτός είναι και να τον χρίσει νέο βασιλιά του Ισραήλ. Πήρε λοιπόν ο Σαμουήλ το δοχείο με το λάδι και τον έχρισε ανεπίσημα νέο βασιλιά μπροστά στους αδερφούς του. Τότε ήρθε το Πνεύμα του Κυρίου στον Δαβίδ κι από κείνη την ημέρα έμεινε μαζί του.
Ο Δαβίδ ήταν μικρός στο ανάστημα, ξανθός, με σπινθηροβόλο βλέμμα κι ωραίο πρόσωπο. Από μικρή ηλικία ήταν ποιμένας στα πρόβατα της οικογένειάς του και ήταν πολύ ικανός στη σφεντόνα. Ήταν εξαίρετος μουσικός και ποιητής. Έπαιζε ένα μουσικό όργανο που λεγόταν ψαλτήρι και έμοιαζε με άρπα. Ο Δαβίδ ήταν εξαίρετος πολεμιστής, γενναίος, μιλούσε με φρόνηση και ήταν πλήρως αφοσιωμένος στον Θεό.