Ο Ιωσαφάτ ήταν γιος και διάδοχος του Ασά, βασιλιά του Ιούδα. Ο Ιωσαφάτ βασίλεψε για 25 έτη στην Ιερουσαλήμ, το 869-845 π.Χ. περίπου. Γιος και διάδοχος του Ιωσαφάτ ήταν ο Ιωράμ, όπως διαβάζουμε και στο γενεαλογικό δένδρο του Χριστού που μας έχει διασώσει στο ευαγγέλιό του ο ευαγγελιστής Ματθαίος:
«Ἀσὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφάτ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωράμ,
Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὀζίαν»
Ο Ιωσαφάτ ανέβηκε στο θρόνο του βασιλείου του Ιούδα, μετά το θάνατο του πατέρα του, κατά το 11ο έτος της βασιλείας του Αμβρί στο Ισραήλ. Ήταν τότε 35 ετών και βασίλεψε για 25 έτη στην Ιερουσαλήμ. Το δεύτερο έτος της βασιλείας του Ιωσαφάτ στον Ιούδα, ανέβηκε στον θρόνο του βασιλείου του Ισραήλ ο Αχαάβ, ή κατά άλλη διήγηση ο Ιωσαφάτ ανέβηκε στον θρόνο κατά το τέταρτο έτος της βασιλείας του Αχαάβ. Το 17ο έτος της βασιλείας του Ιωσαφάτ στον θρόνο του Ισραήλ ανέβηκε ο Οχοζίας, ο οποίος βασίλευσε για 2 χρόνια και το 18ο έτος της βασιλείας του ανέβηκε ο αδερφός του Οχοζία, ο Ιωράμ.
Ο Ιωσαφάτ ακολούθησε τον δρόμο του ευσεβούς πατέρα του, του Ασά, και δεν εξέκλινε από τον δρόμο του Θεού, αλλά έπραττε πάντοτε το σωστό ενώπιον του Κυρίου. Γι’ αυτό ο Κύριος ήταν μαζί του. Λάτρεψε τον Κύριο και ακολούθησε τις εντολές του. Ο Κύριος κατηύθυνε τη βασιλεία του μέσα από τις αποφάσεις του Ιωσαφάτ. Όλος ο λαός στο βασίλειο του Ιούδα τού προσέφερε δώρα κι έτσι ο Ιωσαφάτ απέκτησε πλούτο και δόξα. Κατέστρεψε πολλούς ειδωλολατρικούς ιερούς τόπους που βρίσκονταν στις υψηλές τοποθεσίες και στα άλση. Όμως, δεν μπόρεσε να εξαλείψει τελείως την ειδωλολατρία, αλλά σε κάποιες υψηλές τοποθεσίες προσφέρονταν ακόμη θυσίες και θυμιάματα σε ειδωλολατρικούς θεούς, γιατί ο λαός δεν είχε τελείως την καρδιά του στον Κύριο. Ο Ιωσαφάτ εξαφάνισε από τη χώρα τα υπολείμματα της διαφθοράς, που είχαν απομείνει από τη βασιλεία του πατέρα του.
Σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Ιωσαφάτ, το βασίλειο του Ιούδα υπερίσχυσε του βασιλείου του Ισραήλ. Τοποθέτησε στρατιωτική δύναμη σε όλες τις οχυρές πόλεις του Ιούδα και διόρισε διοικητές σε όλες τις πόλεις του Ιούδα και του Εφραίμ, που είχε καταλάβει ο πατέρας του ο Ασά.
Κατά το τρίτο έτος της βασιλείας του έστειλε τους αξιωματούχους του, τους γιους των αρχόντων, τον Αβδία (Οβαδία), τον Ζαχαρία, τον Ναθαναήλ και τον Μιχαία, μαζί με τους Λευίτες, τον Σαμαΐα (Σεμαΐα), τον Ναθανία (Νεθανία), τον Ζαβδία (Ζεβαδία), τον Ασιήλ (Ασαήλ), τον Σεμιραμώθ, τον Ιωνάθαν, τον Αδωνία και τον Τωβία, καθώς και τους ιερείς Ελισαμά και Ιωράμ, για να διδάξουν στο λαό το Νόμο του Θεού. Αυτοί περιόδευσαν σε όλο το βασίλειο του Ιούδα έχοντας μαζί τους το βιβλίο του Νόμου του Κυρίου και δίδαξαν σε όλο το λαό.
Όλα τα βασίλεια που ήταν γύρω από το βασίλειο του Ιούδα, δεν τόλμησαν να πολεμήσουν εναντίον του Ιωσαφάτ. Μάλιστα, οι Φιλισταίοι προσέφεραν πολλά δώρα και ασήμι στον Ιωσαφάτ. Οι Άραβες τού έφεραν 7.700 κριάρια από τα κοπάδια τους. Έτσι ο Ιωσαφάτ γινόταν ολοένα και ισχυρότερος. Έκαμε πολλά έργα και έχτισε στο βασίλειο του Ιούδα συνοικισμούς και πόλεις οχυρωμένες. Ο στρατός του απετελείτο από άνδρες δυνατούς και έμπειρους στον πόλεμο κι ένα μέρος τους είχε μαζί του στην Ιερουσαλήμ.
Σ’ αυτό το σημείο παρεμβάλλεται η ιστορία με τον Αχαάβ και τη μάχη εναντίον των Σύριων, όπου ο Αχαάβ πέθανε, όπως είδαμε στο προηγούμενο μάθημα, αλλά επειδή ο Ιωασαφάτ τον βοήθησε, ενώ ήταν ειδωλολάτρης, ο Κύριος οργίστηκε μαζί του. Όμως, για όλα τα καλά έργα που είχε κάνει, μετριάστηκε η οργή του Κυρίου.
Έπειτα από τα γεγονότα αυτά οι Μωαβίτες, οι Αμμωνίτες, οι Εδωμίτες και οι Μιναίοι εξεστράτευσαν να πολεμήσουν εναντίον του Ιωσαφάτ. Αγγελιαφόροι πληροφόρησαν τον Ιωσαφάτ ότι ήρθε μεγάλος στρατός από τη Συρία και πέρα από την Νεκρά Θάλασσα και βρίσκονται ήδη στην Ασασάν Θαμάρ (Εγγαδί).
Ο Ιωσαφάτ φοβήθηκε, έστρεψε το πρόσωπό του στον Κύριο και ζήτησε την βοήθειά του. Στο μεταξύ κήρυξε νηστεία σε όλο το βασίλειο του Ιούδα. Έτσι όλοι οι Ιουδαίοι συγκεντρώθηκαν απ’ όλες τις πόλεις του Ιούδα, για να ζητήσουν με θερμή προσευχή τη βοήθεια του Κυρίου. Ο Ιωσαφάτ σηκώθηκε όρθιος ανάμεσα στη συγκέντρωση του λαού που έγινε στην αυλή του Ναού στην Ιερουσαλήμ και προσευχήθηκε στον Κύριο. Όλοι οι άνδρες ήσαν όρθιοι ενώπιον του Κυρίου, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, και προσευχόντουσαν όλοι μαζί στον Κύριο.
Κάποια στιγμή κατέβηκε το Πνεύμα του Κυρίου στον Οζιήλ, γιο του Ζαχαρία, που ήταν απόγονος του Ασάφ, και είπε «Εσείς που κατοικείτε στο βασίλειο του Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ, καθώς και ο βασιλιάς Ιωσαφάτ, ο Κύριος σας λέει να μην φοβάστε τον μεγάλο στρατό που ήρθε εναντίον σας, διότι η μάχη δεν θα είναι δική σας, αλλά του Θεού. Αύριο θα τους επιτεθείτε την ώρα που θ’ ανεβαίνουν την ανωφέρεια Ασάς και θα τους βρείτε στην άκρη του ποταμού της ερήμου Ιεριήλ. Η σωτηρία σας θα προέλθη από τον Κύριο, γι’ αυτό μην φοβηθείτε και μην πτοηθείτε. Ο Κύριος θα είναι μαζί σας».
Ο Ιωσαφάτ έσκυψε το πρόσωπό του και προσκύνησε τον Κύριο. Κι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου του Ιούδα έπεσαν κατά γης και προσκύνησαν κι αυτοί. Οι Λευίτες που προέρχονταν από τους απογόνους του Καάθ και του Κορέ σηκώθηκαν και ύμνησαν τον κύριο με δυνατή φωνή.
Το επόμενο πρωϊνό ο στρατός του Ιωσαφάτ πήγε στην έρημο Θεκωέ. Όταν έφευγε από την Ιερουσαλήμ, ο Ιωσαφάτ φώναξε και είπε στον λαό να εμπιστευτούν τον Κύριο και τον προφήτη του και θα ευοδωθούν οι προσπάθειές τους. Ο Ιωσαφάτ όρισε ψαλμωδούς να προπορεύονται του στρατού και να δοξολογούν τον Κύριο. Όταν ο στρατός του Ιωσαφάτ έφτασε στο πεδίο της μάχης και οι ψαλμωδοί δοξολογούσαν τον Κύριο, ο Κύριος έκανε ώστε οι Αμμωνίτες και οι Μωαβίτες να μάχονται εναντίον των Εδωμιτών. Κι έτσι πολέμησαν ο ένας εναντίον του άλλου και αλληλοεξοντώθηκαν. Όταν οι Αμμωνίτες και οι Μωαβίτες νίκησαν τους Εδωμίτες, τότε πολέμησαν μεταξύ τους. Ο στρατός του Ιωσαφάτ είχε ανεβεί σε κάποιο ύψωμα της ερήμου και παρατηρούσαν το στρατό των εχθρών που πολεμούσαν μεταξύ τους και αλληλοεξοντώθηκαν σχεδόν όλοι. Τότε ο Ιωσαφάτ με τον στρατό πήγαν για να πάρουν τα λάφυρα των εχθρών τους. Πήραν πολλά ζώα και πολύτιμα σκεύη. Για τρεις ημέρες μάζευαν τα λάφυρα των εχθρών γιατί ήταν πολλά. Την τέταρτη ημέρα συγκεντρώθηκαν σε μια κοιλάδα, που ονομάστηκε «Κοιλάδα ευλογίας», διότι εκεί ευλόγησαν και δοξολόγησαν τον Κύριο για τη σωτηρία τους. Αμέσως μετά ο Ιωσαφάτ με τον στρατό του επέστρεψαν χαρούμενοι στην Ιερουσαλήμ. Πήγαν στο Ναό του Κυρίου κι εκεί ύμνησαν και δοξολόγησαν τον Θεό.
Μετά τη μάχη αυτή οι κάτοικοι των άλλων βασιλείων τρόμαξαν, όταν πληροφορήθηκαν ότι ο ίδιος ο Κύριος πολέμησε εναντίον των εχθρών του Ισραηλιτικού λαού. Έτσι ειρήνευσε η βασιλεία του Ιωσαφάτ, διότι ο Κύριος τον περιφρούρησε και τον γλύτωσε από τους εχθρούς του.
Η Μωάβ στα τέλη της βασιλείας του Ιωσαφάτ ήταν υποτελής στο βασίλειο του Ισραήλ. Ο Μωσά (Μεσά), βασιλιάς της Μωάβ, είχε πολλά κοπάδια. Εξαιτίας μιας αποτυχημένης επανάστασής του πλήρωνε κάθε χρόνο στο βασιλιά του Ισραήλ 100.000 αρνιά και 100.000 κριάρια ακούρευτα. Όταν όμως πέθανε ο Αχαάβ, ο Μωσά αρνήθηκε να πληρώσει το φόρο στο νέο βασιλιά. Ο Ιωράμ, αφού διαδέχτηκε τον αδερφό του τον Οχοζία, άφησε τη Σαμάρεια κι έκανε περιοδεία στο βασίλειό του. Μετά έστειλε ανθρώπους στον Ιωσαφάτ, βασιλιά του Ιούδα, και του ζήτησε να τον βοηθήσει στον πόλεμο κατά της Μωάβ. Ο Ιωσαφάτ δέχτηκε. Ρώτησε μάλιστα ποιο δρόμο θ’ ακολουθήσουν. Ο Ιωράμ είπε πως θα πάρουν το δρόμο μέσω της ερήμου της Εδώμ. Έτσι ο Ιωράμ, ο Ιωσαφάτ και ο βασιλιάς της Εδώμ προχώρησαν μαζί για να πολεμήσουν τους Μωαβίτες. Ακολούθησαν μια κυκλική πορεία και βάδισαν για 7 ημέρες. Αλλά εκεί που έφτασαν δεν υπήρχε νερό για το στρατό και για τα ζώα τους. Ο Ιωράμ φοβήθηκε μήπως νικηθούν στη μάχη. Ο Ιωσαφάτ τον ρώτησε εάν υπάρχει κανένας προφήτης του Κυρίου για να τον ρωτήσουν τι να κάνουν. Ένας από τους στρατιώτες του Ιωράμ είπε, πως υπάρχει ο Ελισαίος, ο γιος του Σαφάτ, ο οποίος υπηρετούσε τον Ηλία. Ο Ιωσαφάτ συμφώνησε πως αυτός ήταν άνθρωπος του Θεού. Έτσι οι τρεις βασιλιάδες ξεκίνησαν για να συναντήσουν τον Ελισαίο.
Όταν συνάντησαν τον Ελισαίο, ο προφήτης είπε στον Ιωράμ «Ποια σχέση υπάρχει μεταξύ μας; Πήγαινε να ρωτήσεις τους προφήτες του πατέρα σου και της μητέρας σου». Ο Ιωράμ απάντησε «Μήπως ο Κύριος δεν μας κάλεσε και τους τρεις για να μας παραδώσει στα χέρια των Μωαβιτών»; Ο Ελισαίος του είπε «ορκίζομαι στον Κύριο, πως εάν δεν ήταν ο Ιωσαφάτ ανάμεσά σας, ποτέ δεν θα έστρεφα το βλέμμα μου σ’ εσένα και ποτέ δεν θα σε έβλεπα. Τώρα όμως φέρε μου ένα μουσικό».
Όταν ο μουσικός ήρθε κι άρχισε να ψέλνει, η χάρις του Κυρίου φώτισαν τον Ελισαίο, ο οποίος και είπε «Ο Κύριος λέει ν’ ανοίξετε μέσα στον ξηροπόταμο λάκκους. Δεν θα ακούσετε άνεμο να φυσά ούτε θα δείτε βροχή να πέφτει. Κι όμως αυτός ο ξηροπόταμος θα γεμίσει από νερό. Και θα πιείτε και σεις και τα ζώα σας. Αυτό είναι εύκολο έργο για τον Κύριο, ο οποίος θα παραδώσει τη χώρα των Μωαβιτών στην εξουσία σας. Θα καταστρέψετε κάθε οχυρωμένη πόλη των Μωαβιτών, θα κατακόψετε όλα τα δένδρα, θα φράξετε όλες τις πηγές των νερών κι έτσι θα κάνετε όλη τη χώρα άχρηστη και γεμάτη με πέτρες».
Πράγματι το επόμενο πρωϊνό, όταν προσφέρθηκε η θυσία στον Κύριο, πολύ νερό ήρθε από την περιοχή της Εδώμ και γέμισε τον ξεροπόταμο με νερό. Στο μεταξύ, όταν οι Μωαβίτες πληροφορήθηκαν ότι οι τρεις βασιλιάδες εξεστράτευσαν εναντίον τους, φοβήθηκαν και ετοιμάστηκαν για πόλεμο. Παρατάχτηκαν στα σύνορα της χώρας τους. Το πρωΐ όταν είδαν τον ήλιο να πέφτει πάνω στα νερά, τα είδαν να είναι κόκκινα σαν το αίμα. Νόμισαν πως οι τρεις βασιλιάδες πολέμησαν μεταξύ τους και αλληλοεξοντώθηκαν. Έτσι ξεκίνησαν για να πάρουν τα λάφυρα των εχθρών. Οι Μωαβίτες όρμησαν στο στρατόπεδο των Ισραηλιτών και των Ιδουμαίων, αλλά οι Ισραηλίτες και οι Ιδουμαίοι τους νίκησαν και τους έτρεψαν σε φυγή. Έπειτα μπήκαν στη χώρα των Μωαβιτών και κατέστρεψαν όλες τις πόλεις και τις εύφορες περιοχές και τη γέμισαν με πέτρες. Κατέστρεψαν όλα τα δένδρα και έφραξαν όλες τις πηγές. Προκάλεσαν τέτοια καταστροφή, ώστε δεν έμειναν παρά μόνο οι πέτρες από τις κατεστραμένες πόλεις. Οι Ισραηλίτες που χειρίζονταν τις σφενδόνες, περικύκλωσαν την πρωτεύουσα της Μωάβ και την κατέλαβαν. Όταν ο βασιλιάς της Μωάβ είδε ότι έχασε τον πόλεμο, πήρε μαζί του 700 άνδρες και προσπάθησε να επιτεθεί στους Ιδουμαίους, αλλά δεν το κατόρθωσε. Τότε πήρε τον πρωτότοκο γιο του και τον προσέφερε θυσία ολοκαυτώματος πάνω στα τείχη της πόλεως. Οι Ισραηλίτες, όταν είδαν αυτή την τραγική θυσία, συγκλονίστηκαν και αποχώρησαν από την Μωάβ.
Εδώ τελειώνει η ιστορία του Ιωσαφάτ, ενός άξιου βασιλέως, ο οποίος
απέρριψε την ειδωλολατρία και επέστρεψε τον λαό στην αληθινή πίστη
και η Εκκλησία μας τιμά ως άγιο την Κυριακή των Προπατόρων,
πριν τα Χριστούγεννα.