Κάποια μέρα ο Ελισαίος είπε στη Σωμανίτιδα, στην οποία είχε αναστήσει το παιδί, να πάει να μείνει σε άλλο τόπο, μαζί με τους ανθρώπους του σπιτιού της, γιατί ο Κύριος αποφάσισε να πέσει λιμός στη χώρα που θα διαρκέσει εφτά χρόνια. Η γυναίκα έκανε όπως της είπε ο προφήτης. Αυτή και οι άνθρωποι του σπιτιού της κατοίκησαν προσωρινά στη χώρα των Φιλισταίων. Όταν πέρασαν τα εφτά χρόνια, η Σωμανίτιδα με τους ανθρώπους της ξαναγύρισαν στην πόλη τους. Παρουσιάστηκε στον βασιλιά και τον παρακάλεσε θερμά να της αποδοθεί το σπίτι και τα χωράφια της, που τα είχαν καταπατήσει άλλοι. Ο βασιλιάς εκείνη την ώρα μιλούσε με τον Γιεζί, τον υπηρέτη του Ελισαίου, και του ζητούσε να του διηγηθεί τα θαύματα που είχε κάνει ο προφήτης. Ενώ ο Γιεζί διηγείτο στον βασιλιά, πως ο Ελισαίος είχε αναστήσει τον γιο της Σωμανίτιδας, εκείνη τη στιγμή είχε έρθει η γυναίκα και ζητούσε από το βασιλιά να της αποδοθούν το σπίτι και τα χωράφια της.
Είπε τότε ο Γιεζί στον βασιλιά, πως αυτή είναι η γυναίκα για την οποία τού μίλησε κι αυτός είναι ο γιος της, τον οποίο ανέστησε ο Ελισαίος. Ο βασιλιάς ρώτησε τη γυναίκα κι εκείνη τού διηγήθηκε τα γεγονότα. Ο βασιλιάς τότε διέταξε έναν αξιωματικό να φροντίσει, ώστε να αποδοθούν στη Σωμανίτιδα όλα όσα τής ανήκουν κι όλα τα εισοδήματα από τα χωράφια της, από την ημέρα που εγκατέλειψε τη χώρα μέχρι σήμερα.
Έπειτα ο Ελισαίος πήγε στη Δαμασκό. Ο γιος Άδερ, ο βασιλιάς της Συρίας, ήταν άρρωστος. Ο βασιλιάς είπε στον Αζαήλ, να πάρει δώρα και να πάει να συναντήσει τον προφήτη και να τον ρωτήσει εάν θα θεραπευτεί από την ασθένεια. Ο Αζαήλ πήρε πολλά δώρα, 40 φορτώματα καμηλών, και πήγε να συναντήσει τον Ελισαίο. Όταν ο Αζαήλ συνάντησε τον Ελισαίο τον ρώτησε για την ασθένεια του βασιλιά της Συρίας.
Ο Ελισαίος τού είπε πως ο βασιλιάς της Συρίας θα θεραπευτεί, αλλά ο Κύριος του υπέδειξε πως θα πεθάνει με άλλο τρόπο. Τότε ο Ελισαίος στάθηκε μπροστά στον Αζαήλ και τον παρατηρούσε, τόσο εκτενώς, ώστε εκείνος ντράπηκε. Ο Ελισαίος άρχισε να κλαίει. Ο Αζαήλ τον ρώτησε γιατί έκλαιγε. Ο προφήτης τού είπε «Κλαίω, γιατί γνωρίζω πόσα κακά θα κάνεις εσύ στους Ισραηλίτες και θα παραδώσεις τις οχυρωμένες πόλεις στη φωτιά, θα σκοτώσεις τους άνδρες και τα παιδιά τους και θα σκοτώσεις τις εγκύους γυναίκες τους».
Ο Αζαήλ τού είπε μετά «Και ποιος είμαι εγώ για να τα κάνω όλα αυτά;». Ο Ελισαίος τού είπε «Ο Κύριος μου αποκάλυψε πως θα γίνεις βασιλιάς της Συρίας». Ο Αζαήλ έφυγε από τον Ελισαίο και ξαναγύρισε στο παλάτι, όπου είπε στον βασιλιά της Συρίας πως θα θεραπευτεί από την αρρώστια και θα ζήσει. Την επόμενη όμως μέρα πήρε ένα σκέπασμα, το βούτηξε μέσα στο νερό και μ’ αυτό τύλιξε ασφυκτικά το πρόσωπο του βασιλιά και τον έπνιξε. Κι έτσι ο Αζαήλ έγινε βασιλιάς στη Συρία.
Ο Ελισαίος αρρώστησε από κάποια βαριά αρρώστια, από την οποία τελικά πέθανε. Πριν πεθάνει τον επισκέφτηκε ο Ιωάς, ο βασιλιάς του Ισραήλ, ο οποίος έπεσε πάνω στο πρόσωπο του προφήτη κλαίγοντας και φωνάζοντας «Πάτερ, πάτερ, εσύ είσαι το πολεμικό άρμα και το ιππικό του ισραηλιτικού λαού. Εάν πεθάνεις τι θα απογίνουμε;».
Ο Ελισαίος τού είπε να πάρει τόξο και βέλη. Εκείνος τα πήρε και ο Ελισαίος ακούμπησε τα χέρια του στα χέρια του βασιλιά και του είπε ν’ ανοίξει το παράθυρο που βλέπει προς την ανατολή. Όταν ο βασιλιάς το άνοιξε, ο Ελισαίος τού είπε να ρίξει με το τόξο. Ο βασιλιάς έριξε και ο Ελισαίος τού είπε: «Αυτό είναι το βέλος της σωτηρίας των Ισραηλιτών εκ μέρους του Θεού. Το βέλος σημαίνει απαλλαγή από την τυραννία των Σύρων. Θα πολεμήσεις τους Σύρους στην πόλη Αφέκ και θα τους συντρίψεις».
Μετά ο Ελισαίος είπε στο βασιλιά να πάρει τα βέλη και να ρίξει κάτω προς τη γη. Ο βασιλιάς έριξε τα βέλη τρεις φορές και σταμάτησε. Ο Ελισαίος λυπήθηκε γι’ αυτόν και τού είπε «Εάν έρριχνες τα βέλη πέντε-έξι φορές, θα πολεμούσες και θα εξολόθρευες πλήρως τους Σύρους. Τώρα όμως τρεις μόνο φορές θα χτυπήσεις τη Συρία και θα νικήσεις».
Ο Ελισσαίος πέθανε επί βασιλέως Ιωάς και τον έθαψε με πολύ θρήνο ο λαός του Ισραήλ στη Σεβαστούπολη της Σαμάρειας. Κατά το επόμενο έτος εισέβαλαν στη χώρα οι Μωαβίτες. Κι ενώ οι Ισραηλίτες έθαβαν έναν άνθρωπο, εμφανίστηκαν από μακριά οι Μωαβίτες. Τότε έριξαν βιαστικά τον νεκρό μέσα στον τάφο του Ελισαίου και τράπηκαν σε φυγή. Ο νεκρός μόλις ήρθε σ’ επαφή με τα οστά του Ελισαίου, ζωντάνεψε και στάθηκε στα πόδια του. Έτσι ο Ελισαίος ανέστησε δύο ανθρώπους, έχοντας λάβει από τον Θεό διπλή την χάρη που είχε δώσει στον Προφήτη Ηλία που ανέστησε μόνο έναν.
Η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη
του προφήτου Ελισαίου στις 14 Ιουνίου.