Ο χαρακτήρας του και η συμπεριφορά του Σαούλ είχαν αλλάξει δραματικά. Το Πνεύμα του Κυρίου είχε πια φύγει από το Σαούλ και τον τυραννούσε ένα κακό πνεύμα σταλμένο από τον Κύριο. Οι δούλοι του Σαούλ τού πρότειναν να φέρει τον Δαβίδ, που ο Κύριος ήταν μαζί του, ήταν καλός μουσικός και ήξερε να παίζει άρπα, έτσι ώστε όταν ερχόταν το κακό πνεύμα, να παίζει μουσική και να γίνεται καλά.
Τότε ο Σαούλ έστειλε αγγελιοφόρους στον Ιεσσαί και ζήτησε τον γιο του, το Δαβίδ. Ο Ιεσσαί πήρε ένα γαϊδούρι, το φόρτωσε με ψωμιά, ένα ασκί κρασί κι ένα κατσίκι και τα έστειλε με τον Δαβίδ ως δώρα στον Σαούλ.
Ο Δαβίδ παρουσιάστηκε στον Σαούλ και εκείνος τον συμπάθησε πολύ και τον έκανε οπλοφόρο του. Ο Δαβίδ έμεινε μαζί με τον Σαούλ, γιατί είχε κερδίσει την εύνοια του. Έτσι, όποτε ερχόταν το κακό πνεύμα στον Σαούλ, ο Δαβίδ έπαιρνε στα χέρια του την άρπα κι έπαιζε και ο Σαούλ ανακουφιζόταν. Το κακό πνεύμα έφευγε από πάνω του και ηρεμούσε.
Λίγο καιρό αργότερα οι Φιλισταίοι συγκέντρωσαν τον στρατό τους για πόλεμο με τους Ισραηλίτες και στρατοπέδευσαν στην Εφερμέμ, που βρίσκεται στην περιοχή της φυλής Ιούδα, μεταξύ Σοκχώθ και Αζηκά. Οι Φιλισταίοι παρατάχθηκαν στην πλαγιά ενός βουνού και οι Ισραηλίτες στην πλαγιά του απέναντι βουνού κι ανάμεσα τους ήταν η κοιλάδα Ηλά.
Τότε βγήκε από το στρατόπεδο των Φιλισταίων ένας δυνατός πολεμιστής, που ονομαζόταν Γολιάθ, από τη Γεθ, που το ύψος του ήταν περίπου 2,5 μέτρα. Φορούσε περικεφαλαία στο κεφάλι του και αλυσιδωτό θώρακα, από χαλκό και σίδηρο, που το βάρος του ήταν περίπου 50 κιλά. Είχε χάλκινες περικνημίδες στα πόδια του και χάλκινη ασπίδα στους ώμους του. Το δόρυ του ήταν χοντρό και μεγάλο, σαν το αντί του αργαλειού και η σιδερένια λόγχη του ζύγιζε περίπου 6,5 κιλά. Ο οπλοφόρος του κρατούσε τα όπλα του και βάδιζε μπροστά του.
Ο Γολιάθ στάθηκε αλαζονικά και φώναξε προς τις γραμμές των Ισραηλιτών: «Γιατί βγήκατε να παραταχθείτε για πόλεμο; Εγώ είμαι ένας Φιλισταίος κι εσείς οι Εβραίοι του Σαούλ. Διαλέξτε λοιπόν έναν άντρα κι ας έρθει ν’ αναμετρηθεί μαζί μου. Αν καταφέρει να με νικήσει και να με σκοτώσει, τότε εμείς θα γίνουμε δούλοι σας. Αν όμως εγώ τον νικήσω και τον σκοτώσω, τότε εσείς θα γίνετε δούλοι μας και θα μας υπηρετείτε πάντοτε». Όταν άκουσαν αυτά τα λόγια του Φιλισταίου ο Σαούλ και οι Ισραηλίτες, τα ‘χασαν και τρόμαξαν.
Ο Γολιάθ για σαράντα μέρες προκαλούσε τους Ισραηλίτες για να αναμετρηθεί με κάποιον από αυτούς. Στο μεταξύ ο Σαούλ είχε δώσει διαταγή, όποιος Ισραηλίτης πολεμήσει με τον Γολιάθ και μπορέσει να τον σκοτώσει, θα τον γεμίσει πλούτη, θα του δώσει την κόρη του για γυναίκα και θ’ απαλλάξει το πατρικό του σπίτι από τους φόρους.
Ο Δαβίδ όταν άκουσε τον γίγαντα, να μιλάει υβριστικά και εμπαικτικά εναντίον των Ισραηλιτών, είπε στους στρατιώτες που ήταν κοντά του εάν αληθεύει η διαταγή του Σαούλ και είπε ακόμη: «Ποιος είναι αυτός ο απερίτμητος, που εξευτελίζει έτσι τα στρατεύματα του αληθινού Θεού;». Οι στρατιώτες επιβεβαίωσαν τη διαταγή του Σαούλ. Τα λόγια που έλεγε ο Δαβίδ διαδόθηκαν κι έφτασαν μέχρι τον Σαούλ, ο οποίος έστειλε έναν άνθρωπο να τον οδηγήσουν σ’ αυτόν. Ο Δαβίδ είπε στο Σαούλ: «Κανένας δεν πρέπει να χάνει το θάρρος του εξαιτίας αυτού του Φιλισταίου. Ο δούλος σου θα πάω και θ’ αναμετρηθώ μαζί του». Ο Σαούλ τού απάντησε «Δεν θα μπορέσεις ν’ αναμετρηθείς μ’ αυτόν τον Φιλισταίο, διότι εσύ είσαι μικρός στην ηλικία κι εκείνος είναι άντρας και πολεμιστής από τα νιάτα του».
Τότε ο Δαβίδ του είπε: «Όταν έβοσκα τα πρόβατα του πατέρα μου κι ερχόταν κανένα λιοντάρι ή καμιά αρκούδα κι άρπαζε ένα πρόβατο από το κοπάδι, τότε εγώ έτρεχα ξωπίσω τους και τα σκότωνα και γλίτωνα το πρόβατο από το στόμα τους. Κι όταν κάποτε ένα λιοντάρι χύμηξε πάνω μου, εγώ το άρπαξα από τη χαίτη του, το χτύπησα και το σκότωσα. Έχω σκοτώσει λιοντάρια και αρκούδες. Ό,τι έπαθαν εκείνα, το ίδιο θα πάθει κι ετούτος εδώ ο απερίτμητος Φιλισταίος. Θα αναμετρηθώ μαζί του και θα εξαλείψω την προσβολή, που έχει κάνει κατά του ισραηλιτικού λαού και τόλμησε να μιλήσει περιφρονητικά για τα στρατεύματα του αληθινού Θεού. Ο Κύριος, που με γλίτωσε από το στόμα του λιονταριού και της αρκούδας, αυτός θα με γλιτώσει κι από τα χέρια αυτού του Φιλισταίου».
Τότε ο Σαούλ είπε στον Δαβίδ: «Πήγαινε και ο Κύριος ας είναι μαζί σου». Του φόρεσε μάλιστα στρατιωτικό μανδύα, του έβαλε στο κεφάλι χάλκινη περικεφαλαία και του φόρεσε πανοπλία πάνω από το μανδύα. Ο Δαβίδ ζώστηκε το ξίφος του Σαούλ και προσπάθησε να περπατήσει, αλλά με δυσκολία το κατόρθωσε. Τότε είπε στον Σαούλ: «Δεν μπορώ να περπατήσω μ’ αυτή την πανοπλία, γιατί δεν την έχω συνηθίσει». Και την έβγαλε από πάνω του. Μετά πήρε στο χέρι του το ραβδί του, διάλεξε πέντε λεία λιθάρια από το ποτάμι, τα έβαλε στο σακούλι που είχε μαζί του, πήρε στο χέρι τη σφεντόνα και πήγε ν’ αναμετρηθεί με το Φιλισταίο.
Κατά τη μονομαχία που ακολούθησε ο Δαβίδ με τη σφενδόνα του σκότωσε το γίγαντα Γολιάθ και οι Φιλισταίοι, όταν είδαν ότι σκοτώθηκε ο ακατανίκητος ήρωάς τους, πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Τότε οι άνδρες του Ισραήλ και του Ιούδα φωνάζοντας πολεμικές ιαχές, καταδίωξαν τους Φιλισταίους ως τη Γεθ, την Ασκάλωνα και την Ακκαρών. Όλη η περιοχή γέμισε με νεκρούς και τραυματίες των Φιλισταίων. Όταν οι Ισραηλίτες γύριζαν από την καταδίωξη, λεηλάτησαν όλα τα εχθρικά στρατόπεδα.
Όταν ο Σαούλ είδε τον Δαβίδ να προχωράει σε μονομαχία κατά του Γολιάθ, προφανώς επηρεασμένος από το κακό πνεύμα που τον ταλαιπωρούσε, είπε στον Αβενήρ, αρχηγό του στρατού του, ποιανού γιος είναι αυτός ο νεαρός; Ο Αβενήρ τού απάντησε αρνητικά, ότι δεν τον γνωρίζει. Όταν όμως ο Δαβίδ γύρισε από την νίκη του επί του Γολιάθ, τον πήρε ο Αβενήρ και τον παρουσίασε στο Σαούλ. Ο Σαούλ τον ρώτησε: «Τίνος γιος είσ’ εσύ, νέε μου;» Ο Δαβίδ απάντησε: «Είμαι γιος του δούλου σου, του Ιεσσαί του Βηθλεεμίτου».