Ο Δαβίδ και οι άνδρες του βάδισαν κατά της Ιερουσαλήμ, που μέχρι τότε ονομαζόταν Ιεβούς. Οι Ιεβουσαίοι, που κατοικούσαν στην περιοχή, αρνήθηκαν να παραδώσουν την πόλη στον Δαβίδ. Μάλιστα του είπαν πως ακόμα οι τυφλοί και οι κουτσοί θα τον αποκρούσουν, γιατί η πόλη ήταν καλά οχυρωμένη. Παρ’ όλα αυτά όμως ο Δαβίδ κυρίεψε το φρούριο της Σιών, που ονομάστηκε στη συνέχεια, Πόλη Δαβίδ.
Ο Δαβίδ ανοικοδόμησε την πόλη κι εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ το 1004 π.Χ., την οποία έκανε νέα πρωτεύουσα του βασιλείου του. Στη συνέχεια έχτισε κι άλλα οχυρωματικά έργα γύρω από την πόλη, καθώς επίσης και την κατοικία του. Έτσι ο Δαβίδ γινόταν συνεχώς ισχυρότερος, γιατί ο Κύριος ήταν μαζί του και η βασιλεία του έφτασε σε μεγάλη ακμή. Η Ιερουσαλήμ αναφέρεται στους Ψαλμούς ως κατοικητήριο του Θεού και πολιτεία του Δαβίδ (Ψαλμός 131).
Όταν άκουσαν οι Φιλισταίοι ότι ο Δαβίδ χρίστηκε βασιλιάς του Ισραήλ, ξεκίνησαν με όλον τον στρατό τους για να τον θέσουν υπό την εξουσία τους. Οι Φιλισταίοι στρατοπέδευσαν στην «κοιλάδα των Τιτάνων». Ο Δαβίδ στρατοπέδευσε στην τοποθεσία «Βαάλ Φαρασίν» ή «Επάνω Διακοπαί» και με τη βοήθεια του Κυρίου, πήγε εκεί που ήταν οι Φιλισταίοι και τους νίκησε. Μετά τη μάχη ο Δαβίδ είπε «ο Κύριος διασκόρπισε τους εχθρούς μου, όπως διακόπτεται η ροή και διασκορπίζονται τα ορμητικά νερά» γι’ αυτό και ονομάστηκε η περιοχή «Επάνω Διακοπαί» ή «Διακοπή Φαρασίν». Οι Φιλισταίοι φεύγοντας πανικόβλητοι άφησαν εκεί τα αγάλματα των θεών τους, και ο Δαβίδ και οι άνδρες του τα πήραν και τα έριξαν στη φωτιά.
Οι Φιλισταίοι όμως ξαναγύρισαν στην «κοιλάδα των Τιτάνων» κι αυτή τη φορά ήταν περισσότεροι. Ο Δαβίδ, πάλι με τη βοήθεια και τις οδηγίες του Κυρίου, τους χτύπησε στα νώτα τους, από «το δάσος του Κλαυθμώνος». Μπροστά από το Δαβίδ πήγαινε ο Κύριος, μέσα από μια δυνατή βοή που έβγαινε από τα δέντρα του δάσους και σκόρπισε τον τρόμο στους Φιλισταίους. Ο Δαβίδ νίκησε τους Φιλισταίους και τους έτρεψε σε φυγή καταδιώκοντάς τους από τη Γαβαών έως τη Γαζηρά.
Μετά απ’ τα γεγονότα, ο Δαβίδ κατασκεύασε για τον εαυτό του οικίες στην Ιερουσαλήμ, καθώς και μια καινούρια Σκηνή για να τοποθετήσει σ’ αυτή την Κιβωτό της Διαθήκης. Έτσι ο Δαβίδ έκανε σύσκεψη με τους αρχηγούς του στρατού και με τους άρχοντες του βασιλείου του, για να μεταφέρουν την Κιβωτό της Διαθήκης από την Κιριάθ-Ιαρίμ στην Ιερουσαλήμ. Σε όλους φάνηκε σωστή η πρόταση του Δαβίδ.
Αμέσως μετά ο Δαβίδ κάλεσε όλο τον ισραηλιτικό λαό στην Ιερουσαλήμ, καθώς και όλους τους νέους Ισραηλίτες του βασιλείου, περίπου 70.000 άντρες, για να μεταφέρουν την Κιβωτό της Διαθήκης. Ακόμη ο Δαβίδ πήρε μαζί του τους αρχηγούς της φυλής Ιούδα και τους αξιωματούχους του, και πήγαν για να φέρουν από την Κιριάθ-Ιαρίμ την Κιβωτό του Κυρίου, η οποία βρισκόταν στο σπίτι του Αμιναδάβ, πάνω σ’ ένα λόφο.
Από το σπίτι του Αμιναδάβ πήραν την Κιβωτό και την ανέβασαν σε μια καινούρια άμαξα, την οποία οδηγούσε ο Οζά και οι αδελφοί του, γιοι του Αμιναδάβ. Ο Δαβίδ κι όλοι οι Ισραηλίτες χόρευαν για να τιμήσουν τον Κύριο και τραγουδούσαν μ’ όλη τους τη δύναμη, ενώ ο λαός και οι μουσικοί έπαιζαν μουσικά όργανα κινύρες, νάβλες, αυλούς, τύμπανα, κύμβαλα και με ήχους σαλπίγγων.
Όταν έφτασαν στο αλώνι του Ναχών, ο Οζά άπλωσε το χέρι του στην Κιβωτό για να τη συγκρατήσει, γιατί τα βόδια την είχαν γείρει. Τότε οργίστηκε ο Κύριος εναντίον του και τον χτύπησε επί τόπου για την ανευλάβειά του και πέθανε. Ο Δαβίδ, όταν είδε ότι ο Κύριος θανάτωσε τον Οζά, λυπήθηκε και ο τόπος εκείνος ονομάστηκε «Διακοπή Οζά». Εκείνη την ημέρα ο Δαβίδ φοβήθηκε τον Κύριο και δεν ήθελε να πάρει την Κιβωτό στην Πόλη Δαβίδ, αλλά την οδήγησε στο σπίτι του Αβεδδαρά, του Γεθθαίου.
Η Κιβωτός του Κυρίου έμεινε εκεί τρεις μήνες, κι ο Κύριος ευλόγησε τον Αβεδδαρά και όλη την οικογένειά του. Όταν έφεραν την είδηση στο Δαβίδ ότι ο Κύριος ευλόγησε την οικογένεια του Αβεδδαρά, καθώς κι όλα τα υπάρχοντά του, ο Δαβίδ κάλεσε όλο τον ισραηλιτικό λαό, καθώς επίσης τους ιερείς και τους Λευίτες, να καθαριστούν και να προετοιμαστούν τελετουργικά για να μεταφέρουν την Κιβωτό στο μέρος που ο Δαβίδ είχε ετοιμάσει. Μόνο οι Λευίτες μπορούσαν να μεταφέρουν την Κιβωτό, χωρίς να πάθουν τίποτα και χωρίς να τιμωρηθούν, όπως ο Κύριος τιμώρησε τον Οζά.
Ο Δαβίδ κάλεσε όλους τους απογόνους του Ααρών, τους ιερείς και τους Λευίτες. Όλοι οι ιερείς και Λευίτες καθαρίστηκαν και εξαγνίστηκαν για να μεταφέρουν την Κιβωτό της Διαθήκης σύμφωνα με το Νόμο του Κυρίου. Στη συνέχεια οι Λευίτες όρισαν τους ψαλτωδούς και τους μουσικούς που θα συνόδευαν την Κιβωτό. Ακόμη όρισαν ποιοι θα ήταν οι θυρωροί και οι φύλακες της Κιβωτού.
Ακόμη ο Δαβίδ πήρε μαζί του τους αρχηγούς της φυλής Ιούδα, τους αρχηγούς του στρατού, τους αξιωματούχους του και τους πρεσβυτέρους του λαού, και πήγαν για να φέρουν από την Κιριάθ-Ιαρίμ την Κιβωτό του Κυρίου, η οποία βρισκόταν στο σπίτι του Αβεδδαρά (Αβδεδόμ). Πριν γίνει η μεταφορά της Κιβωτού πρόσφεραν 7 μοσχάρια και 7 κριάρια ως θυσία στον Κύριο.
Έτσι οι Λευίτες σήκωσαν την Κιβωτό στους ώμους τους και ο Δαβίδ μετέφερε την Κιβωτό και την ανέβασε στην Πόλη Δαβίδ με πανηγυρική συνοδεία. Ακολουθούσε ο λαός με κραυγές αγαλλιάσεως, παίζοντας μουσικά όργανα κάτω από τους ήχους των σαλπίγγων. Ο ίδιος ο Δαβίδ χόρευε μ’ όλη του τη δύναμη κι έπαιζε μουσική ενώπιον του Κυρίου, φορώντας μια λινή ιερατική ενδυμασία, όπως οι Λευίτες. Όταν η Κιβωτός του Κυρίου έμπαινε στην Πόλη Δαβίδ, η γυναίκα του η Μελχόλ, έσκυψε από το παράθυρο και είδε τοn Δαβίδ να χορεύει και να παίζει μουσική, τότε ένιωσε βαθιά περιφρόνηση γι’ αυτόν.
Έφεραν την Κιβωτό της Διαθήκης και την τοποθέτησαν στη μέση της Σκηνής που είχε στήσει ο Δαβίδ γι’ αυτήν και πρόσφερε ολοκαυτώματα και θυσίες ενώπιον του Κυρίου. Όταν τελείωσε ο Δαβίδ με τις προσφορές των θυσιών, ηυλόγησε όλον τον λαό Ισραήλ στο όνομα του παντοδύναμου Κυρίου. Μετά μοίρασε στα πλήθη, άντρες και γυναίκες, από ένα ψωμί στον καθένα, ένα κομμάτι ψητό κρέας κι ένα γλύκισμα από ξερές σταφίδες.
Στη συνέχεια ο Δαβίδ όρισε μερικούς Λευίτες να λειτουργούν κάθε μέρα μπροστά στην Κιβωτό της Διαθήκης, να δοξάζουν, να ευχαριστούν και να υμνολογούν τον Κύριο. Ακόμη όρισε τους ιερείς που θα σαλπίζουν ενώπιον της Κιβωτού της Διαθήκης, ενώ ανέλαβαν υπηρεσία οι θυρωροί και οι φύλακες της Κιβωτού. Μετά ο Δαβίδ συνέθεσε κι αφιέρωσε έναν ύμνο στον Κύριο, τον οποίο παρέδωσε στα χέρια του Ασάφ, ο οποίος ήταν ο αρχηγός των Λευιτών, που όρισε ο Δαβίδ για να λειτουργούν κάθε μέρα μπροστά στην Κιβωτό της Διαθήκης. Τον Σαδώκ εγκατέστησε ο Δαβίδ ως αρχιερέα και τους αδελφούς του ως ιερείς, να υπηρετούν στη Σκηνή του Μαρτυρίου, που βρισκόταν στη Βαμά, κοντά στη Γαβαών, και να προσφέρουν ολοκαυτώματα πρωΐ και βράδυ, σύμφωνα με τα γραμμένα στο Νόμο, που έδωσε ο Κύριος στο όρος Σινά. Όταν τελείωσε η γιορτή έφυγαν όλοι για τα σπίτια τους.
Μετά τη μεταφορά της Κιβωτού ο Δαβίδ επέστρεψε στο σπίτι του και το ηυλόγησε. Η γυναίκα του η Μελχόλ βγήκε να τον προϋπαντήσει, και τον ειρωνεύτηκε, που ο βασιλιάς του Ισραήλ χόρευε και ξεγυμνώθηκε μπροστά στα μάτια των υπηκόων του, όπως ένας οποιοσδήποτε χορευτής. Ο Δαβίδ όμως της απάντησε: «Εγώ για να τιμήσω τον Κύριο φέρθηκα έτσι! Ο Κύριος προτίμησε εμένα από τον πατέρα σου κι απ’ όλη την οικογένειά σου, για να γίνω βασιλιάς όλου του ισραηλιτικού λαού. Προς τιμήν Του, λοιπόν, θα χορεύω ενώπιόν Του και θα τον δοξάζω, έστω κι αν ταπεινωθώ ακόμα περισσότερο μπροστά στα μάτια σου και ενώπιον των υπηκόων μου». Η Μελχόλ, η κόρη του Σαούλ και γυναίκα του Δαβίδ, επειδή έτσι μίλησε στο Δαβίδ, σε όλη της τη ζωή δεν απέκτησε παιδί.
Είναι μεγάλη χαρά για τον Χριστιανό όταν κατορθώσει και επιτελέσει ένα έργο προς δόξαν Θεού και μπορεί από τη χαρά του να κάνει και πράξεις που οι άλλοι τις θεωρούν τρέλες. Είνια αυτό που ονομάζεται στην Εκκλησία μας “κατά Χριστόν σαλότητα”. Αυτήν τη σαλότητα είχε από τότε και ο Δαβίδ, και ήθελε πάρα πολύ να ευχαριστεί τον Θεό με τις πράξεις του.