Οι Μαδιανίτες, οι Αμαληκίτες και οι νομάδες της Ανατολής πέρασαν τον Ιορδάνη και στρατοπέδευσαν στην πεδιάδα Ιεζραέλ. Ο Γεδεών σάλπισε με τη σάλπιγγα για να καλέσει τους άντρες της πατριάς του Αβιέζερ να τον ακολουθήσουν. Έστειλε και αγγελιοφόρους στις φυλές Μανασσή, Ασήρ, Ζαβουλών και Νεφθαλί, να τον ακολουθήσουν και οι άντρες τους ήρθαν κι ενώθηκαν μαζί του.
Τότε ο Γεδεών είπε στο Θεό: «Αν θέλεις πράγματι να χρησιμοποιήσεις εμένα για να γλιτώσεις τους Ισραηλίτες, όπως είπες, θα βάλω στο αλώνι μια τούφα μαλλί από πρόβατα (ένα ποκάρι, όπως το λέμε αλλιώς). Αν τη νύχτα πέσει η δροσιά μονάχα πάνω στο μαλλί, και το έδαφος τριγύρω μείνει στεγνό, τότε θα καταλάβω ότι θα με χρησιμοποιήσεις για να γλιτώσεις τον Ισραήλ, όπως είπες». Έτσι κι έγινε. Την άλλη μέρα το πρωί, όταν ο Γεδεών σηκώθηκε κι έστυψε το μαλλί, βγήκε τόση δροσιά, ώστε γέμισε μια χύτρα νερό.
Τότε ο Γεδεών είπε πάλι στο Θεό: «Μην οργιστείς εναντίον μου, αν σου ζητήσω κάτι για τελευταία φορά. Τώρα, λοιπόν, θέλω να μείνει μόνο το μαλλί στεγνό και να πέσει δροσιά στο έδαφος τριγύρω». Έτσι κι έκανε ο Θεός τη νύχτα εκείνη. Μόνο το μαλλί έμεινε στεγνό, ενώ στο έδαφος τριγύρω έπεσε δροσιά.
Νωρίς το πρωί σηκώθηκε ο Γεδεών κι ο στρατός που ήταν μαζί του και στρατοπέδευσαν κοντά στην πηγή Αράδ, στο όρος Γαλαάδ, ενώ το στρατόπεδο των Μαδιανιτών βρισκόταν βόρεια, στην πεδιάδα της Γαβαάθ Αμωρά.
Ο Κύριος είπε στο Γεδεών: «Ο στρατός σου είναι πάρα πολύς για να σου παραδώσω τους Μαδιανίτες, γιατί οι Ισραηλίτες θα καυχηθούν ότι νίκησαν με τη δική τους δύναμη».
Κατόπιν ο Γεδεών, σύμφωνα με εντολή του Κυρίου, έδιωξε αυτούς που φοβόντουσαν, περίπου 22.000 άνδρες κι έτσι απέμειναν 10.000 άντρες. Μετά τους έβαλε να πιούν νερό από τις όχθες ενός ποταμού. Τότε ο Κύριος είπε στο Γεδεών: «Μόνο με αυτούς τους τριακόσιους άντρες, που ήπιαν νερό με τη γλώσσα τους από το κοίλον της παλάμης και δεν γονάτισαν, θα σας ελευθερώσω και θα σας παραδώσω τους Μαδιανίτες. Όλοι οι υπόλοιποι που γονάτισαν για να πιουν νερό, ας πάνε στα σπίτια τους». Έτσι ο Γεδεών κράτησε τους τριακόσιους άντρες και τους άλλους τους έστειλε στις σκηνές τους. Όσοι απἐμειναν, πήραν τα τρόφιμα και τις σάλπιγγες αυτών που έφυγαν.
Το στρατόπεδο των Μαδιανιτών ήταν σε χαμηλότερο σημείο από των Ισραηλιτών. Οι Μαδιανίτες, οι Αμαληκίτες και οι άλλοι νομάδες από την ανατολή, ήταν πολυάριθμοι και είχαν διασκορπιστεί στην κοιλάδα. Εκείνη τη νύχτα ο Κύριος έστειλε τον Γεδεών να κατασκοπεύσει το στρατόπεδο και ν’ ακούσει τι λένε. Όταν έφτασε ο Γεδεών, μαζί με τον νεαρό υπηρέτη του, τον Φαρά (Φουρά), στην εμπροσθοφυλακή των Μαδιανιτών, που την αποτελούσαν 50 άνδρες, ένας στρατιώτης εδιηγείτο στον σύντροφό του ένα όνειρο που είχε δει. Του έλεγε λοιπόν: «Είδα στ’ όνειρο μου ένα κρίθινο καρβέλι ψωμί που κυλούσε μέσα στο στρατόπεδό μας κι έφτασε στη σκηνή του αρχηγού μας. Τη χτύπησε, την αναποδογύρισε και τη διέλυσε». Ο σύντροφός του του αποκρίθηκε: «Αυτό δεν συμβολίζει τίποτ’ άλλο, παρά το ξίφος του Γεδεών, γιου του Ιωάς, του Ισραηλίτη. Ο Θεός τού έχει παραδώσει τους Μαδιανίτες και όλο το στρατόπεδο».
Ο Γεδεών, όταν άκουσε τη διήγηση του ονείρου και τη σημασία του, δόξασε τον Κύριο και γύρισε πίσω στο στρατόπεδο των Ισραηλιτών. Μοίρασε τους τριακόσιους άντρες σε τρία μέρη, ανά εκατό, και έδωσε στον καθένα τους από μία σάλπιγγα και μία άδεια στάμνα, με μια δάδα μέσα. Μετά τους είπε: «Θα κοιτάζετε εμένα κι ότι κάνω θα κάνετε, από τη στιγμή που θα φτάσω στην άκρη του εχθρικού στρατοπέδου. Όταν σαλπίσω με τη σάλπιγγα εγώ κι αυτοί που είναι μαζί μου, τότε θα σαλπίσετε κι εσείς γύρω από το στρατόπεδο και θα φωνάξετε: Για τον Κύριο και τον Γεδεών!».
Λίγο αργότερα ο Γεδεών και οι εκατό άντρες του έφτασαν στην άκρη του στρατοπέδου, την ώρα που είχαν αλλάξει οι φρουροί. Σάλπισαν τότε με τις σάλπιγγες κι έσπασαν τις στάμνες που κρατούσαν στα χέρια τους. Αμέσως σάλπισαν και τα άλλα δύο τμήματα, έσπασαν τις στάμνες και κρατώντας με το αριστερό τους χέρι τις δάδες και με το δεξί τις σάλπιγγες, σάλπιζαν και φώναζαν: «Για τον Κύριο και τον Γεδεών». Πήραν όλοι θέσεις γύρω από το στρατόπεδο, ενώ μέσα οι Μαδιανίτες νόμιζαν ότι είχαν περικυκλωθεί, φώναζαν και τράπηκαν σε φυγή πανικόβλητοι.
Όταν σάλπισαν και οι τριακόσιοι με τις σάλπιγγες για δεύτερη φορά, ο Κύριος σκόρπισε πανικό μέσα στο εχθρικό στρατόπεδο, έτσι ώστε ο ένας να στρέψει το ξίφος του εναντίον του άλλου και ν’ αλληλοσκοτωθούν. Όσοι από τους Μαδιανίτες γλίτωσαν, έφυγαν πανικόβλητοι μέχρι τη Βηθσεεδτά Γαραγαθά και μέχρι την Αβωμεουλά κοντά στην Ταβάθ.
Τότε ο Γεδεών κάλεσε τους Ισραηλίτες των φυλών Νεφθαλί, Ασήρ και Μανασσή για να καταδιώξουν τους Μαδιανίτες. Μετά έστειλε αγγελιοφόρους στη φυλή Εφραίμ για να αποκλείσει τους Μαδιανίτες και να μη διαφύγουν προς τη Βαιθηρά και τον Ιορδάνη.
Έτσι οι άνδρες της φυλής Εφραίμ έπιασαν τα περάσματα του Ιορδάνη και συνέλαβαν αιχμαλώτους τους δύο αρχηγούς των Μαδιανιτών, τον Ωρήβ και τον Ζηβ. Τον Ωρήβ τον σκότωσαν στη Σουρ, ενώ τον Ζηβ στην Ιακεβζήφ. Ο Γεδεών καταλάγιασε το θυμό των Εφραιμιτών, επειδή δεν τους είχε καλέσει από την αρχή, και συνέχισε να καταδιώκει τους Μαδιανίτες. Οι άρχοντες της Σοκχώθ και της Φανουήλ αρνήθηκαν να δώσουν τρόφιμα στον στρατό του Γεδεών που ήταν εξαντλημένοι και πεινασμένοι, φοβούμενοι την επιστροφή και την εκδίκηση των Μαδιανιτών. Όμως ο Γεδεών απείλησε με αφανισμό τις πόλεις αυτές, όταν θα τελείωνε με τους Μαδιανίτες.
Οι βασιλιάδες των Μαδιανιτών, των Αμαληκιτών και των νομάδων της ανατολής, ο Ζεβεέ και ο Σελμανά με τα στρατεύματα τους, περίπου 15.000, βρίσκονταν όλοι στην Καρκάρ. Τόσοι είχαν απομείνει από ολόκληρο το στράτευμα των νομάδων της Ανατολής και είχαν σκοτωθεί περίπου 120.000 ένοπλοι στρατιώτες. Ο Γεδεών χτύπησε τον εχθρικό στρατό, την ώρα που αναπαυόταν, από ανατολικά, που βρίσκονται οι πόλεις Ναβαί και Ιεγεβάλ. Οι δυο βασιλιάδες των Μαδιανιτών, Ζεβεέ και Σελμανά, ξέφυγαν αλλά ο Γεδεών τους καταδίωξε και τους αιχμαλώτισε κι έτσι ο στρατός τους κατατροπώθηκε.
Καθώς επέστρεφε από τον πόλεμο ο Γεδεών, από το πάνω μέρος της Αρές προς τη Σοκχώθ, συνέλαβε έναν νεαρό από τους κατοίκους της Σοκχώθ και τον υποχρέωσε να του πει ποιοι ήταν οι άρχοντες και οι πρεσβύτεροι της πόλης. Εκείνος τού έδωσε γραπτώς εβδομήντα εφτά ονόματα. Ύστερα πήγε στους άρχοντες και τους πρεσβυτέρους της Σοκχώθ και τους επιτίμησε αυστηρά για την άρνησή τους να δώσουν τρόφιμα στον στρατό του. Μετά πήρε αγκάθια και βάτα από την έρημο και τα χρησιμοποίησε για να τιμωρήσει μ’ αυτά τους άρχοντες και τους πρεσβυτέρους της πόλης, όπως τους το είχε υποσχεθεί. Στη συνέχεια κατέστρεψε το φρούριο της Φανουήλ, όπως τους το είχε πει και σκότωσε τους άνδρες της πόλης.
Έπειτα ο Γεδεών ανέκρινε τον Ζεβεέ και τον Σελμανά. Από την ανάκριση προέκυψε, ότι όταν οι Μαδιανίτες ήταν στο όρος Θαβώρ, σκότωσαν κάποιους Ισραηλίτες και μεταξύ αυτών ήταν και αδέρφια του Γεδεών. Μετά που τ’ άκουσε αυτό, τους σκότωσε.
Ύστερα απ’ αυτά οι Ισραηλίτες ζήτησαν από τον Γεδεών να τους κυβερνήσει, αλλά ο Γεδεών αρνήθηκε, λέγοντας πως δεν ήθελε να γίνει άρχοντας, ούτε αυτός ούτε ο γιος του, αλλά άρχοντας πρέπει να είναι ο Κύριος. Μετά τους ζήτησε να του δώσουν τα χρυσά σκουλαρίκια από τα λάφυρα που πήραν από τους Μαδιανίτες. Ο Γεδεών τα μάζεψε και το βάρος ήταν 1.700 χρυσοί σίκλοι (18 χιλιόγραμμα/κιλά περίπου), εκτός των άλλων κοσμημάτων που πήραν από τους Μαδιανίτες, από τους βασιλιάδες τους και από τις καμήλες τους.
Με τον χρυσό που μάζεψε ο Γεδεών έφτιαξε ένα εφώδ (είδος αρχιερατικής στολής) και το τοποθέτησε στην πόλη του, την Εφραθά. Ο ισραηλιτικός λαός όμως εξέκλινε πάλι προς την ειδωλολατρεία και άρχισε να το λατρεύει, κι έγινε αυτό παγίδα για τον Γεδεών και την οικογένειά του. Οι Μαδιανίτες υποδουλώθηκαν στους Ισραηλίτες και δεν σήκωσαν πια κεφάλι. Έτσι ησύχασε η χώρα για σαράντα χρόνια, όσο δηλαδή ζούσε ο Γεδεών.
Ο Γεδεών μετά τη μάχη με τους Μαδιανίτες, πήγε να μείνει στο σπίτι του στην Εφραθά. Ο πρωτότοκος γιος του ήταν ο Ιεθέρ και ο Ιωάθαμ ήταν ο νεότερος γιος του. Ένας όμως από τους γιους του, ο Αβιμέλεχ, σκότωσε σχεδόν όλους τους υπόλοιπους αδερφούς του και με τη βία διαδέχτηκε τον πατέρα του. Ο Γεδεών πέθανε σε μεγάλη ηλικία και θάφτηκε στον τάφο του Ιωάς, του πατέρα του, στην Εφραθά.
Μετά τον θάνατο του Γεδεών, οι Ισραηλίτες άρχισαν πάλι να λατρεύουν το Βάαλ και τον έκαναν θεό τους. Ξέχασαν τον Κύριο, που τους είχε ελευθερώσει από όλους τους εχθρούς ολόγυρά τους. Κι ούτε έδειξαν καθόλου ευγνωμοσύνη στην οικογένεια του Γεδεών, για τα όσα καλά είχε κάνει στο λαό Ισραήλ.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του
στις 26 Σεπτεμβρίου.
Ψάξε να βρεις στον χάρτη τα παρακάτω μέρη που διάβασες στην ιστορία του Γεδεών:
Πεδιάδα Ιεζραέλ, Γαλαάδ, Σοκχώθ, Φανουήλ