Την εποχή που ο βασιλιάς των Συρίας ήταν σε πόλεμο με τους Ισραηλίτες, συσκέφτηκε με τους αξιωματούχους του και αποφάσισε σε ποιο σημείο θα στρατοπεδεύσει. Στο μεταξύ, ο Ελισαίος φωτισμένος από τον Θεό, έστειλε άνθρωπο στον βασιλιά των Ισραηλιτών και του έλεγε να μην περάσει από εκείνο, γιατί έχουν στρατοπεδεύσει οι Σύριοι κι έχουν στήσει ενέδρα. Ο βασιλιάς των Ισραηλιτών έστειλε στρατιώτες να επιτηρούν το σημείο εκείνο που του υπέδειξε ο προφήτης και κάθε φορά που οι Σύριοι έστηναν ενέδρα, ο Ελισαίος ειδοποιούσε τον βασιλιά κι αυτός έπαιρνε τις προφυλάξεις του.
Ο βασιλιάς της Συρίας θύμωσε και κάλεσε τους αξιωματούχους του και τους ζήτησε να μάθουν, ποιος είναι αυτός που τον προδίδει στο βασιλιά των Ισραηλιτών. Ένας από τους αξιωματούχους του είπε, πως ο προφήτης Ελισαίος ήταν αυτός που φανερώνει τις θέσεις των Συρίων στους Ισραηλίτες, όπως κι αυτά που λέει στο παλάτι. Έτσι ο βασιλιάς των Συρίων διέταξε να μάθουν πού μένει. Εκείνοι του είπαν στη Δωθαΐμ. Τότε έστειλε ισχυρό στρατό, ιππικό και πολεμικά άρματα για να τον συλλάβουν.
Ο στρατός των Συρίων έφτασε στη Δωθαΐμ το βράδυ και περικύκλωσε την πόλη. Ο υπηρέτης του Ελισαίου σηκώθηκε πρωΐ και βγήκε έξω από την πόλη. Ξαφνικά είδε τον στρατό των Συρίων που είχε περικυκλώσει την πόλη. Ο υπηρέτης φοβήθηκε και το ανέφερε στον Ελισαίο. Ο προφήτης του απάντησε να μη φοβάται και πως περισσότεροι είναι αυτοί παρά οι εχθροί. Ο Ελισαίος προσευχήθηκε στον Κύριο για να φωτίσει τον υπηρέτη του. Πράγματι ο υπηρέτης φωτίστηκε και είδε το βουνό γεμάτο από άλογα και πύρινα άρματα γύρω από τον Ελισαίο.
Οι Σύριοι επιτέθηκαν με σκοπό να συλλάβουν τον προφήτη. Τότε ο Ελισαίος προσευχήθηκε στον Κύριο, για να χτυπήσει τον στρατό των Συρίων με τύφλωση. Πράγματι, ο Κύριος τύφλωσε τους Σύριους και ο Ελισαίος είπε στους προελαύνοντες στρατιώτες να τον ακολουθήσουν, για να τους οδηγήσει στον άνθρωπο που ζητάνε. Ο Ελισαίος τους οδήγησε στη Σαμάρεια. Όταν ο στρατός των Συρίων μπήκε μέσα στη Σαμάρεια, ο Ελισαίος προσευχήθηκε στον Κύριο για να τους ανοίξει τα μάτια. Τότε είδαν ότι βρισκόντουσαν μέσα στην πόλη.
Ο βασιλιάς των Ισραηλιτών όταν είδε τους Σύριους εγκλωβισμένους μέσα στην πόλη, ζήτησε την άδεια του προφήτη για να τους χτυπήσει. Ο Ελισαίος του είπε πως δεν έχει το δικαίωμα να τους χτυπήσει, γιατί δεν ήταν δικοί του αιχμάλωτοι. Παρά μόνο να τους δώσει φαγητό και νερό και μετά να τους αφήσει ελεύθερους να φύγουν. Ο βασιλιάς των Ισραηλιτών έπραξε όπως του είπε ο Ελισαίος. Τους έδωσε φαγητό και νερό και τους άφησε ελεύθερους να φύγουν. Από τότε σταμάτησαν οι Σύριοι τις ληστρικές επιδρομές στο βασίλειο του Ισραήλ.
Μετά από τα γεγονότα αυτά ο γιος Άδερ, βασιλιάς της Συρίας, συγκέντρωσε τον στρατό του και επιτέθηκε εναντίον της Σαμάρειας, την οποία και πολιόρκησε. Έτσι έπεσε μεγάλη πείνα μέσα στην πόλη. Μάλιστα λόγω της πολιορκίας ένα κεφάλι γαϊδουριού πωλούνταν για 50 ασημένιους σίκλους και μισό λίτρο κοπριάς περιστεριών για 5 ασημένιους σίκλους.
Ο βασιλιάς των Ισραηλιτών μετά τη συνομιλία με μια γυναίκα και όσα δυσάρεστα τού είπε, κατελήφθη από μεγάλη οδύνη, έσχισε τα ρούχα του και προχωρούσε πάνω στα τείχη φορώντας μόνο σάκκινα ενδύματα. Και ο λαός έβλεπε τον βασιλιά να βαδίζει πάνω στα τείχη φορώντας σάκκινα ενδύματα. Και πάνω στον θυμό του ο βασιλιάς ορκίστηκε στο Θεό πως θα πάρει το κεφάλι του Ελισαίου.
Ο Ελισαίος στο μεταξύ καθόταν στο σπίτι του μαζί με τους πρεσβύτερους της πόλης. Και ο βασιλιάς έστειλε κάποιον στρατιώτη με τη διαταγή να σκοτώσει τον Ελισαίο. Πριν όμως ο στρατιώτης φτάσει, ο Ελισαίος είπε στους πρεσβυτέρους, πως ο βασιλιάς έστειλε άνθρωπο για να του πάρει το κεφάλι. Τους είπε να κλείσουν την πόρτα και να τον αφήσουν έξω. Κι ενώ ακόμη ο Ελισαίος συνομιλούσε με τους πρεσβυτέρους, έφτασε και ο απεσταλμένος του βασιλιά για να τον θανατώσει. Συγχρόνως όμως έφτασε και ο ίδιος ο βασιλιάς στο σπίτι του Ελισαίου και είπε στον προφήτη, πως μεγάλη συμφορά βρήκε την πόλη και ποια μεγαλύτερη συμφορά τον περιμένει ακόμα!
Είπε ο Ελισαίος στον βασιλιά «Άκουσε τον λόγο του Κυρίου. Αύριο η κατάσταση θ’ αλλάξει κι ένα μέτρο σιμιγδάλι θα πωλείται για ένα ασημένιο σίκλο και δύο μέτρα κριθάρι θα πωλούνται επίσης για ένα ασημένιο σίκλο στην πύλη της Σαμάρειας».
Ο υπασπιστής του βασιλιά, στον οποίο ο βασιλιάς ανέπαυε και στήριζε το χέρι του, είπε στον Ελισαίο με ειρωνεία «Μήπως μπορεί ο Θεός ν’ ανοίξει καταρράκτες από τον ουρανό και να μας στείλει τα τρόφιμα αυτά; Αυτό είναι πράγμα αδύνατον».
Ο Ελισαίος του είπε «Εσύ ο ίδιος θα δεις την αφθονία των αγαθών, από τα οποία όμως για την απιστία σου δεν θα φας τίποτα από αυτά».
Στο μεταξύ τέσσερις λεπροί άνδρες βρίσκονταν έξω από την πύλη της πόλης. Ο ένας από αυτούς είπε στον άλλο «Γιατί καθόμαστε εδώ και περιμένουμε τον θάνατο; Εάν μπούμε στην πόλη θα πεθάνουμε πάλι από την πείνα. Εάν καθίσουμε εδώ, που βρισκόμαστε, πάλι θα πεθάνουμε. Ας πάμε στο στρατόπεδο των Σύρων, ίσως μας λυπηθούν και μας δώσουν λίγα τρόφιμα. Εάν πάλι μας σκοτώσουν, θα πεθάνουμε εκεί».
Κι έτσι σηκώθηκαν και καθώς είχε πέσει το σκοτάδι, μπήκαν στο στρατόπεδο των Σύρων. Και στο στρατόπεδο δεν βρισκόταν κανένας στρατιώτης. Και συνέβη το εξής: Ο Κύριος έκαμε, ώστε οι Σύριοι ν’ ακούσουν κάποιο μεγάλο θόρυβο, σαν να προέρχονταν από μεγάλο στρατό και πολεμικά άρματα. Τότε νόμισαν πως ο βασιλιάς των Ισραηλιτών πήρε μισθοφορικό στρατό από τους Χετταίους και τους Αιγύπτιους και επιτέθηκε εναντίον τους. Έτσι τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή μέσα στη νύχτα, αφήνοντας πίσω στο στρατόπεδο τις σκηνές και τ’ άλογά τους.
Οι λεπροί μπήκαν σε μια σκηνή, έφαγαν και ήπιαν, πήραν το ασήμι, τον χρυσό και τα ενδύματα που βρήκαν και μετά πήγαν σε άλλες σκηνές κι αφού πήραν ό,τι μπορούσαν, τα έκρυψαν. Ένας όμως από αυτούς είπε στους άλλους, πως θα πρέπει ν’ αναγγείλουν τα ευχάριστα γεγονότα στο βασιλιά.
Πράγματι έφυγαν από το στρατόπεδο και ανήγγειλαν στην πύλη της Σαμάρειας το χαρμόσυνο γεγονός. Και οι στρατιώτες της πύλης το ανήγγειλαν στο βασιλικό ανάκτορο. Ο βασιλιάς σηκώθηκε, ενώ ακόμη ήταν νύχτα, και είπε στους αξιωματούχους του, ότι οι Σύριοι κάπου κρύφτηκαν και περιμένουν τους Ισραηλίτες να βγουν από την πόλη για να τους επιτεθούν. Ένας από τους υπηρέτες του βασιλιά είπε να πάνε πέντε άνδρες με πέντε άλογα στο στρατόπεδο των Συρίων για να δουν τι συμβαίνει. Ο βασιλιάς έστειλε δύο άνδρες για να δουν τι συμβαίνει.
Εκείνοι προχώρησαν μέχρι τον Ιορδάνη και πήραν την κατεύθυνση της φυγής των Σύρων. Ο δρόμος ήταν γεμάτος από ρούχα κι αντικείμενα που πετούσαν οι Σύριοι, καθώς έφευγαν πανικόβλητοι για να σωθούν. Οι απεσταλμένοι του βασιλιά επέστρεψαν και ανήγγειλαν τα γεγονότα στο βασιλιά.
Τότε όλος ο λαός της Σαμάρειας βγήκε από την πόλη και πήγε στο στρατόπεδο των Σύρων, όπου επιδόθηκε σε λεηλασίες. Ήταν τόσα πολλά τα λάφυρα και τα τρόφιμα, ώστε σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου, ένα μέτρο σιμιγδάλι και δύο μέτρα κριθάρι πωλούνταν για ένα ασημένιο σίκλο.
Ο βασιλιάς έστειλε στην πύλη της πόλης τον υπασπιστή του για να εποπτεύει. Ο λαός όμως καθώς έβγαινε με ορμή από την πύλη, τον καταπάτησε και τον σκότωσε, όπως είχε προαναγγείλει ο Ελισαίος.