Μετά απ’ αυτά τα γεγονότα, ο Αβεσσαλώμ προμηθεύτηκε μια άμαξα και άλογα, κι έβαλε πενήντα άντρες να τρέχουν ως σωματοφύλακες μπροστά από την άμαξά του. Σηκωνόταν κάθε πρωΐ και στεκόταν στο πλάι του δρόμου που οδηγούσε στην πύλη της Ιερουσαλήμ. Κάθε φορά που ερχόταν κάποιος στο βασιλιά για κρίση και είχε κάποια διαφορά, ο Αβεσσαλώμ του έλεγε, ότι η υπόθεση του ήταν σωστή και δίκαιη, αλλά ο βασιλιάς δεν νοιάζεται για την υπόθεσή του. Τους έλεγε ότι, εάν έκρινε ο ίδιος τις διαφορές θα έδινε σε όλους το δίκιο τους. Κι όταν κανείς ερχόταν να τον προσκυνήσει, τότε ο Αβεσσαλώμ άπλωνε το χέρι του και τον φιλούσε. Αυτά έκανε ο Αβεσσαλώμ κι έτσι κέρδιζε τις καρδιές των Ισραηλιτών.
Λίγο καιρό αργότερα, όταν ο Αβεσσαλώμ έγινε 40 ετών, ζήτησε την άδεια από τον πατέρα του να πάει στη Χεβρών για να εκπληρώσει ένα τάμα που είχε κάνει στον Κύριο. Τον καιρό που ήταν στον παππού του στην Γεδσούρ, στη Συρία, έκανε τάμα εάν ο Κύριος τον επανέφερε στην Ιερουσαλήμ, τότε θα του πρόσφερε θυσίες στη Χεβρών. Ο Δαβίδ ανύποπτος του έδωσε την άδεια κι έτσι ο Αβεσσαλώμ πήγε στη Χεβρών. Από κει έστειλε κρυφά ανθρώπους σ’ όλες τις φυλές του Ισραήλ και τους μήνυσε, ότι όταν θα ακουστεί ο ήχος της σάλπιγγας, να φωνάξουν: «ο Αβεσσαλώμ έγινε βασιλιάς στη Χεβρών».
Μαζί με τον Αβεσσαλώμ είχαν πάει και 200 άντρες από την Ιερουσαλήμ. Αυτοί όμως ήταν ανυποψίαστοι και δεν ήξεραν τίποτα για τις προθέσεις του Αβεσσαλώμ. Ενώ πρόσφερε τις θυσίες, έστειλε να καλέσουν τον Αχιτόφελ το Γελμωναίο, που καταγόταν από τη Γωλά και ήταν σύμβουλος του Δαβίδ. Έτσι το συνωμοτικό στράτευμα γινόταν ολοένα και ισχυρότερο, διότι ο λαός που ακολουθούσε τον Αβεσσαλώμ, συνεχώς αυξανόταν.
Ένας αγγελιοφόρος ήρθε στο Δαβίδ και του είπε, ότι ο Αβεσσαλώμ επαναστάτησε και ότι οι Ισραηλίτες είναι με το μέρος του. Τότε ο Δαβίδ πήρε την οικογένειά του και τους αξιωματούχους του και έφυγαν από την Ιερουσαλήμ. Άφησε μόνο δέκα παλλακίδες να φυλάνε το βασιλικό παλάτι. Τον ακολούθησαν ακόμη οι δύο σωματοφύλακές του, ο Χελεθί και ο Φελεθί, οι 600 επίλεκτοι και ανδρείοι μαχητές του, καθώς και 600 Γεθθαίοι, που ακολούθησαν το Δαβίδ. Σε κάποια στιγμή είπε ο Δαβίδ στον Εθθί το Γεθθαίο, που ήρθε στο στράτευμα τελευταίος με τους 600 στρατιώτες του από τη Γεθ, να μείνει στην πόλη, κοντά στον καινούριο βασιλιά. Αλλά ο Εθθί του είπε ότι θα τον ακολουθήσει όπου κι αν πάει, στη ζωή ή στο θάνατο, και ο Δαβίδ συγκινημένος τον πήρε κι αυτόν μαζί του. Τότε όλος ο κόσμος που ακολουθούσε το Δαβίδ έκλαψε με δυνατούς λυγμούς.
Ο Δαβίδ και οι άντρες του πέρασαν το χείμαρρο των Κέδρων και κατευθύνονταν προς την έρημο της Αραβώθ. Εκεί προστέθηκε στη συνοδεία του Δαβίδ και ο αρχιερέας Σαδώκ μαζί με τους Λευίτες, οι οποίοι μετέφεραν την Κιβωτό της Διαθήκης από την Βαιθάρ. Απόθεσαν κάτω την Κιβωτό κι ο Αβιάθαρ στάθηκε εκεί ωσότου πέρασαν όλοι όσοι είχαν βγει από την πόλη. Τότε ο Δαβίδ είπε στο Σαδώκ να γυρίσει πίσω την Κιβωτό του Κυρίου, κι αν τον ευνοήσει ο Κύριος, θα τον ξαναφέρει πάλι πίσω στη θέση του. Έτσι ο Σαδώκ και ο Αβιάθαρ, καθώς και οι γιοι τους Αχιμάας και Ιωνάθαν, με εντολή του Δαβίδ, ξανάφεραν την Κιβωτό του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ και έμειναν εκεί.
Ο Δαβίδ βάδιζε ξυπόλητος μέσα από το Όρος των Ελαιών, με σκεπασμένο το κεφάλι σε ένδειξη πένθους κι έκλαιγε. Κι όλοι όσοι ήταν μαζί του είχαν κι αυτοί σκεπασμένο το κεφάλι και προχωρούσαν κλαίγοντας. Έφεραν τότε στο Δαβίδ την είδηση ότι ο Αχιτόφελ ήταν ανάμεσα στους συνωμότες. Τότε ο Δαβίδ προσευχήθηκε στον Κύριο να τον φυλάξει από τα πονηρά σχέδια του Αχιτόφελ.
Όταν ο Δαβίδ έφτασε στην τοποθεσία Ροώς, στην κορυφή του όρους, προσκύνησε τον Κύριο. Τότε είδε να έρχεται προς το μέρος του ο Χουσί, ο σύμβουλος και ο στενός του φίλος, με σχισμένα τα ρούχα του και με χώμα πάνω στο κεφάλι του. Ο Δαβίδ του είπε να γυρίσει στην πόλη και να προσφέρει δήθεν τις υπηρεσίες του στον Αβεσσαλώμ, έτσι ώστε να καταστρέψει τα σχέδια του Αχιτόφελ. Στην Ιερουσαλήμ θα έχει ως συνεργάτες το Σαδώκ και τον Αβιάθαρ, τους αρχιερείς, καθώς και τους γιους τους, τον Αχιμάας, γιο του Σαδώκ, και τον Ιωνάθαν, γιο του Αβιάθαρ, στους οποίους θα γνωστοποιεί τα σχέδια του Αβεσσαλώμ και του Αχιτόφελ. Ο Χουσί, ο σύμβουλος του Δαβίδ, πείσθηκε και επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ την ώρα που έφτανε εκεί ο Αβεσσαλώμ.
Μόλις ο Δαβίδ είχε προχωρήσει λίγο από την τοποθεσία Ροώς, πήγε και τον συνάντησε ο Σιβά, ο υπηρέτης του Μεμφιβοσθέ. Οδηγούσε δύο γαϊδούρια σαμαρωμένα και πάνω τους είχε 200 ψωμιά, 100 μεγάλα τσαμπιά σταφίδες, 100 φοίνικες και ένα ασκό με κρασί. Ο Δαβίδ τον ρώτησε τι τα θέλει όλα αυτά και που είναι ο κύριός του. Ο Σιβά απάντησε ότι τα γαϊδούρια είναι για την οικογένεια του Δαβίδ, τα τρόφιμα και το κρασί είναι για τους άντρες του, που είναι κατάκοποι από την πορεία. Μετά ο Δαβίδ τον ξαναρώτησε που είναι ο κύριός του. Ο Σιβά του είπε, ότι ο κύριός του έμεινε στην Ιερουσαλήμ, γιατί πιστεύει ότι οι Ισραηλίτες θα του αποδώσουν τη βασιλεία του παππού του. Τότε ο Δαβίδ του αποκρίθηκε ότι όσα ανήκουν στο Μεμφιβοσθέ είναι τώρα δικά του. Και ο Σιβά προσκύνησε το Δαβίδ για την εύνοιά του.
Όταν ο Δαβίδ βρισκόταν στην τοποθεσία Παρεμβολές και πλησίαζε στη Βαχουρίμ (Βαουρίμ), τον πλησίασε κάποιος που ονομαζόταν Σεμεΐ, γιος του Γηρά, και ήταν συγγενής του Σαούλ. Αυτός άρχισε να καταριέται το Δαβίδ για το χαμό των απογόνων του Σαούλ και να του ρίχνει πέτρες, καθώς και σ’ όλους τους αξιωματούχους του, μολονότι ο βασιλιάς περιστοιχιζόταν από το στρατό και τους σωματοφύλακές του.
Τότε ο Αβεσσά, ο γιος της Σαρουΐας, ζήτησε από το Δαβίδ την άδεια, να πάρει το κεφάλι αυτού του ανθρώπου, επειδή έβρισε το βασιλιά. Τότε ο Δαβίδ επιτίμισε τον Αβεσσά και τον Ιωάβ και τους είπε, ότι αν ο γιος του, ο Αβεσσαλώμ, ζητάει το θάνατο του πατέρα του, γιατί όχι κι αυτός ο άνθρωπος;
Έτσι τον άφησαν να βρίζει και ο Δαβίδ και οι άντρες του συνέχισαν το δρόμο τους, ενώ ο Σεμεΐ βάδιζε στην πλαγιά του βουνού δίπλα τους, ξεστομίζοντας κατάρες και πετώντας πέτρες και χώμα. Ο Δαβίδ κι ο λαός που τον ακολουθούσε κάθησαν σε κάποιο σημείο εξαντλημένοι κι εκεί ξεκουράστηκαν.
Ο Αβεσσαλώμ και όλοι οι Ισραηλίτες που ήταν μαζί του μπήκαν στην Ιερουσαλήμ. Μαζί τους ήταν και ο Αχιτόφελ. Μόλις ο Χουσί, ο σύμβουλος κι ο φίλος του Δαβίδ, έφτασε στον Αβεσσαλώμ, του ζήτησε να του προσφέρει τις υπηρεσίες του, όπως έκανε και στον πατέρα του.
Τότε ο Αβεσσαλώμ ζήτησε τη γνώμη του Αχιτόφελ. Εκείνος του είπε να πλαγιάσει με τις παλλακίδες του πατέρα του, που άφησε στο ανάκτορο, έτσι ώστε όλοι οι Ισραηλίτες να μάθουν ότι ήρθε σε ρήξη με τον πατέρα του. Έστησαν, λοιπόν, μια σκηνή μέσα στα ανάκτορα, και ο Αβεσσαλώμ πήγε μπροστά σ’ όλους και πλάγιασε με τις παλλακίδες του πατέρα του. Εκείνο τον καιρό οι συμβουλές που έδινε ο Αχιτόφελ λογαριάζονταν σαν να ήταν λόγος θεού. Έτσι τις θεωρούσαν τόσο ο Δαβίδ όσο κι ο Αβεσσαλώμ.
Μετά ο Αχιτόφελ ζήτησε από τον Αβεσσαλώμ, να του δώσει 12.000 άντρες και να καταδιώξει το Δαβίδ το ίδιο βράδυ και να του επιτεθεί, ενώ αυτός θα είναι κουρασμένος κι εξαντλημένος. Αυτός ο λόγος φάνηκε καλός στον Αβεσσαλώμ και σ’ όλους του πρεσβυτέρους του Ισραήλ. Όμως ο Αβεσσαλώμ κάλεσε και τον Χουσί, γιο του Αραχί και πρώην σύμβουλο του Δαβίδ, για ν’ ακούσει και τη δική του γνώμη.
Ο Χουσί παρουσιάστηκε στον Αβεσσαλώμ και εκείνος ζήτησε τη γνώμη του για το συγκεκριμένο θέμα. Ο Χουσί είπε στον Αβεσσαλώμ, ότι δεν είναι καλή η συμβουλή που έδωσε ο Αχιτόφελ. Όλοι ξέρουν καλά ότι οι άντρες του Δαβίδ είναι γενναίοι και έμπειροι πολεμιστές. Τώρα μάλιστα είναι και εξοργισμένοι. Ο πατέρας του, ο Δαβίδ, είναι έμπειρος στους πολέμους και θα βρει κάποιο καλό στρατηγικό σημείο για να στήσει τον στρατό του. Εάν λοιπόν ο πατέρας του κερδίσει την πρώτη μάχη, τότε ο στρατός του Αβεσσαλώμ θα χάσει το ηθικό του και ο λαός θα φοβηθεί, γιατί ξέρει ότι ο πατέρας του είναι δυνατός και οι στρατιώτες του είναι δυνατοί και γενναίοι πολεμιστές. Έτσι λοιπόν ο Χουσί πρότεινε στον Αβεσσαλώμ, να συγκεντρώσει όλους τους Ισραηλίτες από τον Βορρά ως τον Νότο, να ηγηθεί ο ίδιος ο Αβεσσαλώμ του στρατού αυτού και τότε να επιτεθεί στο Δαβίδ. Κι αν ο πατέρας του καταφύγει σε κάποια πόλη και ζητήσει βοήθεια, τότε θα την τιμωρήσουν παραδειγματικά για την πράξη της αυτή.
Αυτή η άποψη του Χουσί άρεσε στον Αβεσσαλώμ και στους πρεσβυτέρους του Ισραήλ και την προτίμησαν από τη συμβουλή του Αχιτόφελ. Έτσι ο Κύριος εξουδετέρωσε το σχέδιο του Αχιτόφελ, την τόσο συμφέρουσα για τον Αβεσσαλώμ, για να τον τιμωρήσει αργότερα για τις πράξεις του.
Αμέσως μετά ο Χουσί γνωστοποίησε στους αρχιερείς Σαδώκ και Αβιάθαρ, το σχέδιο του Αχιτόφελ προς τον Αβεσσαλώμ, αλλά και το δικό του σχέδιο, και συμβούλεψε να πουν στο Δαβίδ να μη μείνει αυτή τη νύχτα στην κοιλάδα του Ιορδάνη, στην Αραβώθ, αλλά να περάσει γρήγορα το ποτάμι, μήπως τυχόν ο Αχιτόφελ αλλάξει τη γνώμη του Αβεσσαλώμ και στείλει το στρατό εναντίον του Δαβίδ. Μια υπηρέτρια, λοιπόν, μετέφερε στον Ιωνάθαν και τον Αχιμάας, που περίμεναν κοντά στην πηγή Ρωγήλ, το μήνυμα του Χουσί.
Ένας νεαρός όμως τους είδε και το είπε στον Αβεσσαλώμ, ο οποίος έστειλε ανθρώπους για να τους συλλάβουν. Αλλά ο Ιωνάθαν και ο Αχιμάας επέσπευσαν το βήμα τους και μπήκαν γρήγορα σ’ ένα σπίτι στη Βαουρίμ, που είχε στην αυλή του πηγάδι και κρύφτηκαν εκεί. Η γυναίκα του σπιτιού έκλεισε το πηγάδι μ’ ένα σκέπασμα και σκόρπισε από πάνω του κόκκους σιταριού για να ξεραθούν κι έτσι δεν φαινόταν τίποτα από κάτω. Οι άνθρωποι του Αβεσσαλώμ πήγαν στο σπίτι αυτό και ρώτησαν τη γυναίκα, εάν είδε τους δύο άντρες. Η γυναίκα τους απάντησε ότι πέρασαν πέρα απ’ το ποτάμι. Εκείνοι τους αναζήτησαν, αλλά επειδή δεν τους βρήκαν, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ. Όταν οι άνθρωποι του Αβεσσαλώμ έφυγαν, ο Ιωνάθαν κι ο Αχιμάας βγήκαν απ’ το πηγάδι και έδωσαν στο βασιλιά Δαβίδ το μήνυμα του Χουσί. Έτσι ο Δαβίδ μέχρι το πρωΐ πέρασε τον Ιορδάνη.
Ο Αχιτόφελ στο μεταξύ, όταν είδε, ότι δεν ακολούθησαν τη συμβουλή του, σαμάρωσε το γαϊδούρι του κι έφυγε για το σπίτι του, στην πόλη του. Αφού τακτοποίησε τις υποθέσεις του σπιτιού του μετά κρεμάστηκε. Τον έθαψαν στον τάφο του πατέρα του.
Ο Δαβίδ όταν πέρασε τον Ιορδάνη, πήγε στη Μαναΐμ (Μαχαναΐμ). Ο Αβεσσαλώμ πέρασε τον Ιορδάνη, μαζί με όλο τον ισραηλιτικό στρατό και στρατοπέδευσε στη Γαλαάδ. Ως αρχιστράτηγο ο Αβεσσαλώμ διόρισε τον Αμεσσά (Αμεσσαΐ), γιο του Ισμαηλίτη Ιοθόρ και της Αβιγαίας, αδερφή της Σαρουΐας.
Όταν έφτασε ο Δαβίδ στη Μαναΐμ (Μαχαναΐμ), ο Ουεσβί από τη Ραββάθ, γιος του Ναάς, πρώην βασιλιά των Αμμωνιτών, ο Μαχίρ, γιος του Αμιήλ, από την Λωδαβάρ και ο Βερζελλί, από την Ρωγελλίμ της Γαλαάδ, έφεραν στον Δαβίδ κρεβάτια, τάπητες, λέβητες, οικιακά σκεύη, σιτάρι, κριθάρι, αλεύρι, κουκιά, φακές, μέλι, βούτυρο, πρόβατα και αγελαδινό τυρί για να φάνε ο Δαβίδ και ο στρατός που τον ακολουθούσε, επειδή ήταν όλοι τους πεινασμένοι, διψασμένοι κι εξαντλημένοι από την πορεία τους στην έρημο. Οι Ψαλμοί 3 και 142 του Δαβίδ είναι αφιερωμένοι στη φυγή του από την πατροκτόνο οργή του γιου του Αβεσσαλώμ.
Ο Δαβίδ επιθεώρησε τον στρατό που τον ακολουθούσε και τοποθέτησε επικεφαλής των αντρών χιλίαρχους κι εκατόνταρχους. Χώρισε το στρατό του σε τρία μέρη: Το πρώτο τμήμα το έθεσε υπό τις διαταγές του Ιωάβ, το δεύτερο υπό τις διαταγές του Αβεσσά, αδερφού του Ιωάβ, και το τρίτο υπό τις διαταγές του Εθθί του Γεθθαίου. Ο Δαβίδ τούς ανακοίνωσε, ότι σ’ αυτή τη μάχη θα πολεμήσει κι αυτός μαζί τους, αλλά ο στρατός του αρνήθηκε τη συμμετοχή του, επειδή η αξία του βασιλιά τους ήταν πολύ μεγαλύτερη από τον στρατό του, γι’ αυτό θεώρησαν προτιμότερο να μείνει στην πόλη και να τους βοηθήσει εάν υπήρχε ανάγκη. Έτσι ο Δαβίδ έμεινε στην πύλη της πόλης, ενώ όλος ο στρατός έβγαινε από την πόλη κατά εκατό και κατά χίλιους άνδρες. Τέλος, ο Δαβίδ είπε στους στρατηγούς του, στον Ιωάβ, στον Αβεσσά και στον Εθθί να λυπηθούν τον Αβεσσαλώμ και να μην του κάνουν κακό. Κι όλος ο στρατός του πληροφορήθηκε την εντολή του βασιλιά προς τους στρατηγούς του, σχετικά με τον Αβεσσαλώμ.
Ο στρατός του Δαβίδ βγήκε από την πόλη για ν’ αντιμετωπίσει το στρατό του Αβεσσαλώμ. Η μάχη έγινε στο δάσος του Εφραίμ (δάσος της μεγάλης δρυός). Εκεί ο στρατός του Αβεσσαλώμ νικήθηκε από τα στρατεύματα του Δαβίδ κι έπαθε την ημέρα εκείνη μεγάλη καταστροφή, με 20.000 νεκρούς. Ο πόλεμος επεκτάθηκε σ’ όλη την περιοχή. Από το στρατό του Αβεσσαλώμ σκοτώθηκαν περισσότεροι κατά τη φυγή τους στο δάσος, παρά στο πεδίο της μάχης.
Ο Αβεσσαλώμ καβάλα στο μουλάρι του, βρέθηκε αντιμέτωπος με τους στρατιώτες του Δαβίδ. Και καθώς ο Αβεσσαλώμ μπήκε στο δάσος για να γλιτώσει, τα μεγάλα του μαλλιά πιάστηκαν από τα πυκνά κλαδιά μιας μεγάλης βελανιδιάς και κρεμόταν εκεί μετέωρος, ενώ το μουλάρι έφυγε από κάτω του.
Ένας στρατιώτης του Δαβίδ τον είδε και το είπε στον Ιωάβ. Εκείνος του είπε, ότι εάν τον σκότωνε επί τόπου, θα του έδινε ως αμοιβή δέκα ασημένιους σίκλους και μία ζώνη. Αλλά ο στρατιώτης απάντησε στον Ιωάβ, ότι κι αν ακόμη του έδινε χίλιους ασημένιους σίκλους, δεν θ’ άπλωνε φονικό χέρι στο γιο του βασιλιά, γιατί όλος ο στρατός άκουσε το βασιλιά που έδινε την εντολή στους στρατηγούς του. Έτσι αν διέπραττε κακό στο γιο του βασιλιά θα τιμωρούνταν απ’ αυτόν, αλλά και απ’ τον ίδιο τον Ιωάβ.
Ο Ιωάβ του είπε, ότι θα κάνει αυτό που δεν έκανε εκείνος. Πήρε τρία βέλη στα χέρια του και με το τόξο του τα κάρφωσε στην καρδιά του Αβεσσαλώμ, ενώ αυτός ήταν ακόμα ζωντανός, κρεμασμένος στη βελανιδιά. Κατόπιν δέκα στρατιώτες του Ιωάβ, περικύκλωσαν τον Αβεσσαλώμ, τον χτύπησαν με τα όπλα τους και τον αποτελείωσαν. Μετά ο Ιωάβ σήμανε με τη σάλπιγγα το τέλος της μάχης κι ο στρατός του Δαβίδ σταμάτησε την καταδίωξη των ανδρών του Αβεσσαλώμ, επειδή ο Ιωάβ λυπήθηκε για τον άδικο χαμό τόσων στρατιωτών.
Μετά ο Ιωάβ πήρε το πτώμα του Αβεσσαλώμ και τον έριξε σ’ ένα λάκκο στο δάσος κι έριξε από πάνω του ένα μεγάλο σωρό από πέτρες. Ύστερα έφυγαν οι Ισραηλίτες, καθένας για το σπίτι του. Κατά σύμπτωση, όταν ακόμα ζούσε Αβεσσαλώμ, είχε στήσει για τον αυτόν του μια αναμνηστική στήλη, κοντά στο σημείο που πέθανε, στην Κοιλάδα του Βασιλέως, γιατί σκεφτόταν ότι δεν είχε γιο για να διατηρήσει τη μνήμη του ονόματός του. Είχε δώσει μάλιστα το όνομά του στη στήλη και ονομάστηκε «Χειρ Αβεσσαλώμ».
Μετά τη μάχη ο Αχιμάας, γιος του Σαδώκ, είπε στον Ιωάβ να του επιτρέψει να πάει και ν’ αναγγείλει τα ευχάριστα νέα στο βασιλιά, γιατί ο Κύριος τον έσωσε απ’ τους εχθρούς του. Ο Ιωάβ όμως του είπε, να μεταφέρει άλλη μέρα τα ευχάριστα νέα, γιατί αν πήγαινε εκείνη τη στιγμή δεν θα ήταν αγγελιοφόρος καλών ειδήσεων, αφού ο γιος του βασιλιά ήταν νεκρός. Τότε είπε ο Ιωάβ είπε στο Χουσί, να πάει και ν’ αναγγείλει στο βασιλιά όσα είδε. Ο Χουσί προσκύνησε τον Ιωάβ και έφυγε.
Ο Αχιμάας παρακάλεσε τον Ιωάβ, να τρέξει κι αυτός πίσω απ’ τον Χουσί. Αλλά ο Ιωάβ προσπάθησε να τον εμποδίσει, επειδή δεν θα του πήγαινε καλή είδηση. Ο Αχιμάας επέμενε και πήρε την οδό του Κεχάρ και προσπέρασε τον Χουσί.
Ο Δαβίδ περίμενε ανάμεσα στις δύο πύλες της πόλεως, την εσωτερική και την εξωτερική. Κάποια στιγμή ανέβηκε ο φρουρός πάνω στην πύλη, στο τείχος, κοίταξε μακριά και είδε έναν άνθρωπο που έτρεχε μόνος του. Αμέσως το ανάγγειλε στο βασιλιά. Ο Δαβίδ σκέφτηκε, ότι θα φέρνει καλές ειδήσεις. Ο φρουρός στο μεταξύ είδε κι άλλον άνθρωπο να τρέχει και το είπε στον βασιλιά. Ο Δαβίδ πάλι σκέφτηκε, ότι κι αυτός θα φέρνει καλές ειδήσεις. Ο φρουρός είπε στομ βασιλιά, ότι ο πρώτος που ερχόταν ήταν ο Αχιμάας, ο γιος του Σαδώκ. Ο Δαβίδ πάλι σκέφτηκε, ότι ο Αχιμάας ήταν καλός άνθρωπος και οπωσδήποτε θα φέρνει καλές ειδήσεις.
Ο Αχιμάας όταν έφτασε, προσεκύνησε το βασιλιά και του ανήγγειλε τη νίκη του στρατού του εναντίον του στρατού του Αβεσσαλώμ. Μετά ο Δαβίδ τον ρώτησε, εάν ο γιος του ο Αβεσσαλώμ ήταν καλά. Ο Αχιμάας απάντησε, ότι τον έστειλε ο Ιωάβ και ότι δεν γνωρίζει τι απέγινε ο Αβεσσαλώμ.
Εκείνη τη στιγμή είχε φτάσει και ο Χουσί, ο οποίος κι αυτός με τη σειρά του ανήγγειλε τη νίκη του στρατού του Δαβίδ. Ο Δαβίδ ρώτησε τον Χουσί, εάν ο γιος του ο Αβεσσαλώμ ήταν καλά. Ο Χουσί απάντησε ότι οι εχθροί του βασιλιά στασίασαν εναντίον του, γι’ αυτό ας έχουν την τύχη του γιου του βασιλιά, του Αβεσσαλώμ.
Τότε ο Δαβίδ ταράχτηκε. Ανέβηκε πάνω στο χώρο που βρισκόταν πάνω από την πύλη κι έκλαψε. Και καθώς πήγαινε προς τα κει έλεγε: «Γιε μου Αβεσσαλώμ! Γιε μου, γιε μου Αβεσσαλώμ! Μακάρι να είχα σκοτωθεί εγώ αντί για σένα, Αβεσσαλώμ, γιε μου, γιε μου!».
Πήγε η είδηση στον Ιωάβ, ότι ο βασιλιάς κλαίει και πενθεί για τον Αβεσσαλώμ. Εκείνη την ημέρα η νίκη είχε μεταβληθεί σε πένθος σ’ όλον τον λαό, γιατί όλοι άκουσαν ότι ο βασιλιάς ήταν πολύ λυπημένος και θρηνεί για τον γιο του. Την ίδια μέρα ο στρατός, αντί να εισέλθει στην πόλη θριαμβευτικά, μπήκε στην πόλη κρυφά.
Ο Δαβίδ είχε το πρόσωπό του σκεπασμένο και συνέχιζε να φωνάζει: «Γιε μου, Αβεσσαλώμ! Αβεσσαλώμ, γιε μου, γιε μου!» Ο Ιωάβ μπήκε στο δωμάτιο του βασιλιά και του είπε, ότι με τη στάση αυτή ντρόπιασε όλους τους στρατιώτες, που έσωσαν την ζωή του και την ζωή των υπόλοιπων γιων του, των θυγατέρων του και των γυναικών του. Φαίνεται ότι ο βασιλιάς αγαπάει εκείνους που τον μισούν και μισεί εκείνους που τον αγαπούν. Εάν ο Αβεσσαλώμ ήταν ακόμη ζωντανός, όλοι τους θα ήταν νεκροί. Ο Ιωάβ τον συμβούλεψε να βγει έξω και να μιλήσει φιλικά στις καρδιές των στρατιωτών του και των ανθρώπων που τον αγαπούν, γιατί αν συνεχίσει τη στάση του αυτή, το κακό που θα διαπράξει θα είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όλες τις συμφορές που τον έχουν βρει ως τώρα.
Ο Αβεσσαλώμ είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση της Παλαιάς Διαθήκης όπου δεν τήρησε την πρώτη από τις Δέκα Εντολές που έδωσε ο Θεός στον ισραηλιτικό λαό που απευθύνεται προς τους συνανθρώπους του, και δη προς αυτούς τους γονείς του. Η εντολή αυτή λέει ότι για να ζήσει πολλά χρόνια επί της γης ο άνθρωπος θα πρέπει να σέβεται και να τιμά τους γονείς τους. Ο Αβεσσαλώμ δεν σεβάστηκε τον πατέρα του, τον Δαβίδ, και τελικά πέθανε πολύ νέος στην ηλικία και με πολύ σκληρό και ατιμωτικό θάνατο.