Ο Τριαδικός Θεός δημιούργησε τον κόσμο.
Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη. Η γη ήταν χωρίς μορφή και έρημη και παντού βασίλευε πυκνό σκοτάδι, το πνεύμα του Θεού περιφερόταν επάνω στην επιφάνεια των υδάτων. Και είπε ο Θεός: «Να γίνει φως». Και έγινε φως. Και είδε ο Θεός ότι το φως ήταν καλό. Και χάρισε το φως από το σκοτάδι, και κάλεσε το φως ημέρα και το σκοτάδι νύχτα. Και έγινε βράδυ, και έγινε πρωί: ημέρα πρώτη.
Και είπε ο Θεός: «Να γίνει το στερέωμα ανάμεσα στα νερά και ας διαχωρίζει τα νερά από τα νερά». Και έκαμε ο Θεός το στερέωμα και ξεχώρισε το νερά που ήταν κάτω από το στερέωμα από εκείνα που ήταν επάνω από το στερέωμα. Και έγινε έτσι. Ο Θεός κάλεσε το στερέωμα Ουρανό. Και έγινε βράδυ, και έγινε πρωί: ημέρα δεύτερη.
Και είπε ο Θεός: «Να συγκεντρωθούν τα νερά που βρίσκονται κάτω από τον ουρανό σ’ ένα μέρος και να φανεί η ξηρά». Και έγινε έτσι. Ο Θεός ονόμασε την ξηρά Γη και τα συγκεντρωμένα νερά θάλασσα. Και είδε ο Θεός ότι αυτό ήταν καλό.
Τότε είπε ο Θεός: «Να βλαστήσει η γη χλωρό χορτάρι, που να παράγει σπόρο, και δέντρο που να δίνει καρπό, σύμφωνα με το είδος του». Και έγινε έτσι. Και είδε ο Θεός ότι αυτό ήταν καλό. Και έγινε βράδυ και έγινε πρωί: ημέρα τρίτη.
Και είπε ο Θεός: «Να γίνουν φωστήρες στον ουρανό (δηλαδή ο ήλιος, το φεγγάρι και τα άστρα), για να διαχωρίζουν την ημέρα από τη νύχτα και ας βρίσκονται οι φωστήρες στον ουρανό, για να φωτίζουν τη γη». Και έκανε ο Θεός τα δύο μεγάλα άστρα, το μεγαλύτερο, για να εξουσιάζει την ημέρα, και το μικρότερο για να εξουσιάζει τη νύχτα. Μετά έκανε τ’ άλλα άστρα. Και είδε ο Θεός ότι αυτό ήταν καλό. Και έγινε βράδυ, και έγινε πρωί: ημέρα τετάρτη.
Και είπε ο Θεός: «Να γεννήσουν τα νερά άφθονα ψάρια στη θάλασσα και πουλιά, που πετούν στον ουρανό». Και έκανε ο Θεός τα μεγάλα κήτη και κάθε λογής ψάρια, που γέννησαν τα νερά, και τα πουλιά του ουρανού. Και είδε ο Θεός ότι αυτό ήταν καλό. Τότε ο Θεός τα ευλόγησε και τους είπε: «Να αυξάνεσθε και να πληθύνεσθε· και τα ψάρια ας γεμίσουν τις θάλασσες, και τα πουλιά ας πληθαίνουν πάνω στη γη». Και έγινε βράδυ, και έγινε πρωί: ημέρα πέμπτη.
Και είπε ο Θεός: «Να γεννήσει η γη διάφορα είδη ζώων, κτήνη και ερπετά.» Και έγινε έτσι. Και έκανε ο Θεός τα διάφορα είδη ζώων της γης, τα κτήνη και τα ερπετά. Και είδε ο Θεός ότι αυτό ήταν καλό. Τότε είπε ο Θεός: «Να κάνουμε τώρα τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν ημών» και ας εξουσιάζει αυτός τα ψάρια της θάλλασας και τα πουλιά του ουρανού και τα ζώα όλη της γης».
Σε αντίθεση με όλην την κτίση που ο Θεός είπε και έγινε, τον άνθρωπο τον έπλασε με τα ίδια Του τα χέρια! Παίρνει χώμα, νερό, τ’ ανακατεύει και φτιάχνει πηλό. Αρχίζει να τον πλάθει, όπως ο αγγειοπλάστης τα βάζα του ή ο γλύπτης τ’ αγάλματά του. Γι’ αυτό και τον ονομάζει Αδάμ, δηλαδή πήλινο. Σαν τον τελείωσε, θέλει να του χαρίσει κάτι πολύ δικό Του. Κάτι από τον εαυτό Του. Για να μπορέσει να γίνει μια μέρα κι ο Αδάμ κατά χάριν Θεός. Σκύβει, φυσά στο πρόσωπο του πνοή ζωής!
Όμως, ο Αδάμ στον Παράδεισο ήταν πολύ μόνος και βλέποντας ο Θεός τη μοναξιά του, και ότι δεν είχε άλλον σαν κι εκείνον για να κάνει παρέα, τον κοίμησε και έφτιαξε από την πλευρά του τη γυναίκα, την Εύα.
Έτσι, ο Αδάμ και η Εύα ήταν οι πρώτοι άνθρωποι που έπλασε ο Ίδιος ο Θεός την έκτη ημέρα της Δημιουργίας!
έκτη ημέρα είναι και η τελευταία μέρα της δημιουργίας, διότι την εβδομη ημέρα ο Τριαδικός Θεός σταμάτησε να κάνει έργα και κάθισε να απολαύσει τα όσα είχε δημιουργήσει.
Στα αναγνώσματα του Μεγάλου Σαββάτου το πρωί η Εκκλησία μας μάς θυμίζει την δημιουργία του κόσμου έως την τρίτη ημέρα. Η ημέρα Σάββατο για τους Εβραίους είναι η μέρα της αναπαύσεως και ο Χριστός αναπαύθηκε εκείνη την ημέρα σωματικά, όπως και μετά τις 6 ημέρες της δημιουργίας αναπαύθηκε. Επίσης, την ημέρα της Κυριακής, κατά την ανάσταση έχουμε την αναδημιουργία του ανθρώπου στο αναστημένο σώμα του Χριστού.