Οι Μακεδόνες βάδιζαν για μήνες αναζητώντας τον Δαρείο, ώσπου τον συνάντησαν στα Γαυγάμηλα. Αυτή τη φορά ο Δαρείος είχε διαλέξει ένα μέρος όπου είχε ισοπεδώσει εντελώς το έδαφος. Είχε στο μυαλό του τον σχηματισμό μάχης του Αλεξάνδρου κι ο στρατός του θα χρησιμοποιούσε όπλα μακεδονικού τύπου. Είχε, επίσης, και διακόσια άρματα με λεπίδες και τροχούς. Ακόμη είχε σκορπίσει καρφιά στη μεριά που θα παρατάσσονταν οι Μακεδόνες, έτσι ώστε να σκοντάφτουν τ’ άλογα τους όταν θα ξεκινούσε η επίθεση.
Η μάχη άρχισε κι ήταν πολύ άγρια. Ο Δαρείος πρόσταξε να ριχτούν στη μάχη τ’ άρματά του. Με έκπληξη είδε πως αντί να αντεπιτεθούν οι Μακεδόνες, εξαπλώθηκαν. Τα άλογα των Περσών τούς προσπέρασαν κι έπεσαν πάνω στα καρφιά. Στη συνέχεια, ο Αλέξανδρος καταδίωξε το άρμα του Δαρείου και σκότωσε τον αμαξηλάτη του. Ο Δαρείος, όμως, είχε εξαφανιστεί. Αμέσως μετά, ο Αλέξανδρος κυρίευσε τις πόλεις Βαβυλώνα και Σούσα και συνέχισε προς την Ανατολή. Ο μόνος δρόμος για να προχωρήσει ήταν ένα στενό μονοπάτι, γνωστό ως «Πύλες της Περσίας». Εκεί τον περίμενε ο περσικός στρατός. Αμέσως διέταξε τους άντρες του να βρουν κάποιον που γνώριζε την περιοχή. Σε λίγο τού έφεραν ένα νεαρό βοσκό, που τρομαγμένος του είπε πώς υπήρχε κι ένα άλλο πέρασμα στην κορυφή του βουνού, αλλά πολύ απότομο. Όταν έπεσε η νύχτα, ο Αλέξανδρος οδήγησε από το πέρασμα μια μικρή ομάδα αντρών μέσα στο χιόνι και κύκλωσε τους Πέρσες.
Το ξημέρωμα ο Αλέξανδρος χτύπησε τους Πέρσες από πίσω, ενώ ο υπόλοιπος στρατός του από μπροστά. Αιφνιδιασμένοι οι Πέρσες έπαθαν πανωλεθρία. Ο Αλέξανδρος, έφτασε θριαμβευτής πια στην Περσέπολη, την πρωτεύουσα των Περσών. Αντικρίζοντας τον μοναδικό πλούτο της, σκέφτηκε τους συντρόφους του που είχαν σκοτωθεί για να φτάσει εκείνος μέχρι εδώ. Αμέσως προέτρεψε τους στρατιώτες να αρπάξουν ό,τι ήθελαν από τους θησαυρούς.
Ο Αλέξανδρος είχε γίνει δεκτός σαν ήρωας στις χώρες που είχε κατακτήσει. Τώρα, όμως, ο λαός τον αποδοκίμαζε. Το γεγονός αυτό τον εξόργισε και πρόσταξε τους άνδρες του να κάψουν το ανάκτορο. Μέσα σε μια νύκτα, η Περσέπολη έγινε στάχτη. Όταν πια είδε τα ερείπια, ο Αλέξανδρος μετάνιωσε για την απόφασή του αλλά πλέον ήταν αργά. Στη συνέχεια, ξεκίνησε να καταδιώξει τον Δαρείο. Ένας μακρινός όμως συγγενής του Δαρείου, τον δολοφόνησε και στη συνέχεια έστεψε τον εαυτό του βασιλιά. Ο Αλέξανδρος εξοργίστηκε με αυτήν την πράξη και αφού κήδεψε τον Δαρείο με τιμές, πρόσταξε να συλλάβουν τον δολοφόνο του και να τον εκτελέσουν.
Ο Αλέξανδρος ήταν πια βασιλιάς και των Περσών. Το μεγάλο του όνειρο είχε εκπληρωθεί. Η συμπεριφορά του, όμως, είχε αλλάξει. Φερόταν σαν Πέρσης βασιλιάς και απαιτούσε από τους Μακεδόνες να υποκλίνονται μπροστά του, όπως οι Πέρσες ευγενείς. Το γεγονός αυτό εξόργισε τους Μακεδόνες. Μια μέρα, ο Αλέξανδρος έδωσε ένα συμπόσιο για τους αξιωματικούς του. Ο Κλείτος, ένας από τους φίλους του αξιωματικούς, παίρνοντας θάρρος από το κρασί που είχε πιει, φώναξε: «Αλέξανδρε, κάποτε φερόσουν σαν κι εμάς, αλλά τώρα φέρεσαι σαν Πέρσης βασιλιάς. Να ξέρεις, γιος θεού δεν είσαι. Γιος του βασιλιά Φιλίππου είσαι, που ήταν καλύτερος από σένα!».
Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια ο Αλέξανδρος, άρπαξε το κοντάρι του και χτύπησε τον Κλείτο στην καρδιά. Όταν κατάλαβε τι είχε κάνει, μετανιωμένος ξέσπασε σε θρήνο. Ο Κλείτος ήταν γενναίος στρατιώτης και του είχε σώσει κάποτε την ζωή.
Παρόλο που ο Αλέξανδρος ήταν πια παντοδύναμος, ο Οξυάρτης, βασιλιάς των σκυθικών φυλών, τον προκάλεσε περιμένοντάς τον για να πολεμήσει μαζί του σ’ ένα βουνό. Ο Αλέξανδρος προσέφερε μεγάλη αμοιβή στον πρώτο που θα έφτανε στην κορυφή του βουνού. Αρκετοί στρατιώτες προσφέρθηκαν να σκαρφαλώσουν πρώτοι και πολλοί κατάφεραν να φτάσουν στην κορυφή. Έτσι, ο Οξυάρτης βρέθηκε περικυκλωμένος και αναγκάστηκε να παραδοθεί. Ο Αλέξανδρος, μόλις αντίκρισε την πανέμορφη κόρη του ηττημένου βασιλιά, τη Ρωξάνη, την ερωτεύτηκε και μετά από λίγους μήνες την παντρεύτηκε. Όμως, οι άντρες του δεν ευχαριστήθηκαν απ’ αυτό το γεγονός.
Ο Αλέξανδρος κυβερνούσε πια τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία του κόσμου, αλλά δεν του ήταν αρκετό. Ήθελε να κατακτήσει και την Ινδία. Πώς θα διέσχιζαν, όμως, τον Ινδό ποταμό; Ο Αλέξανδρος έστειλε μερικούς άνδρες του να βρουν βάρκες και κάποιος άλλους να κόψουν ξύλα και να φτιάξουν σανίδες. Ύστερα πρόσταξε να δέσουν τις βάρκες μεταξύ τους και να τοποθετήσουν επάνω τους σανίδες. Έφτιαξαν έτσι μια πλωτή γέφυρα και κατάφεραν να περάσουν το ποτάμι. Στο επόμενο ποτάμι, όμως, τους περίμενε ο κυβερνήτης της Ινδίας, ο Πώρος, με εκατοντάδες εκπαιδευμένους ελέφαντες. Οι άνδρες του Αλεξάνδρου τρομοκρατήθηκαν. Όμως, και πάλι ο Αλέξανδρος σκέφτηκε ένα σχέδιο. Κάθε πρωί άρχιζε ο στρατός του να διασχίζει το ποτάμι και οι Ινδοί να ετοιμάζονται για μάχη. Τότε οι Μακεδόνες γύριζαν πίσω και δεν γινόταν η μάχη. Στο μετάξυ, οι άνδρες του Αλεξάνδρου είχαν ανακαλύψει ένα άλλο πέρασμα. Έτσι, μια νύχτα, ο Αλέξανδρος οδήγησε τον μισό στρατό του από κείτο το πέρασμα και ο άλλος μισός στρατός άρχιζε να διασχίζει τον ποταμό, όπως είχε κάνει και άλλες φορές. Ο Πώρος δεν τους πήρε στα σοβαρά και έτσι, σε λίγο βρέθηκε παγιδευμένος. Ο Αλέξανδρος ήταν για ακόμη μια φορά νικητής. Έστειλε όμως ένα μήνυμα στον Πώρο και τον ρωτούσε να του πει, πώς ήθελε να του φερθεί.
«Σαν σε βασιλιά», του απάντησε ο Πώρος με αξιοπρέπεια.
Ο Αλέξανδρος κράτησε τον λόγο του και τον διόρισε μάλιστα κυβερνήτη των εδαφών της Ινδίας, κάτω από τη δική του ηγεσία.
Ωστόσο, ένα πολύ δυσάρεστο γεγονός τον λύπησε πολύ. Λίγο μετά τη μάχη πέθανε το αγαπημένο του άλογο, ο Βουκεφάλας. Στη μνήμη του ο Αλέξανδρος έχτισε μια πόλη που την ονόμασε Βουκεφάλα.