Ο Φίλιππος Β’ γεννήθηκε το 382 π.Χ. στην Πέλλα και ήταν γιος του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ’ και της Ευρυδίκης. 23 ετών ήταν ο Φίλιππος όταν ανέβηκε στον θρόνο της Μακεδονίας. Το κράτος του είχε τώρα προοδεύσει αρκετά, αλλά πολλοί εχθροί απειλούσαν την ζωή του και πολλά έργα έπρεπε να γίνουν. Ο Φίλιππος τα μελέτησε όλα καλά.
Ήταν μορφωμένος και δραστήριος. Είχε μείνει τρία χρόνια κοντά στον ένδοξο στρατηγό των Θηβών Πελοπίδα. Εκεί σπούδασε την ελληνική σοφία του καιρού του και έμαθε τη ρητορική* και τη στρατηγική τέχνη. Εκεί είδε τον εμφύλιο πόλεμο των Ελλήνων και το φοβερό ελάττωμά τους, δηλαδή τη μεγάλη φιλοδοξία που οδηγούσε στη διχόνοια.
Τότε ακριβώς συνέλαβε με το μυαλό του ένα ωραίο σχέδιο: να ενώσει όλους τους Έλληνες, για να μεγαλώσει την Ελλάδα και να την κάνει πλούσια και φωτισμένη, την πρώτη χώρα του κόσμου.
(*ρητορική= η τέχνη του λόγου)
Ο Φίλιππος από την πρώτη στιγμή προσπάθησε
να δημιουργήσει ισχυρό στρατό.
Εφοδίασε τους στρατιώτες με μικρή ασπίδα και μακρύ δόρυ, τη σάρισα, που είχε μήκος 5 μέτρα περίπου. Η μακεδονική φάλαγγα, όταν βάδιζε παραταγμένη, έμοιαζε με φρούριο που κινείται. Πολύ ισχυρό ήταν και το ιππικό.
Πέτυχε έτσι, όχι μόνο να αντιμετωπίσει τους βόρειους γείτονές του, αλλά και να απλώσει την κυριαρχία του κράτους του σε όλην την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης.
Ο Φίλιππος θέλησε να κυριαρχήσει και στη νότια Ελλάδα. Ως αφορμή βρέθηκε κάποια διαμάχη των κατοίκων που ζούσαν στις περιοχές γύρω από το μαντείο των Δελφών. Όταν ο στρατός του πέρασε τις Θερμοπύλες, οι Θηβαίοι και οι Αθηναίοι κατάλαβαν ότι κινδυνεύουν. Πήραν τότε την απόφαση να τον εμποδίσουν. Η μεγάλη σύγκρουση έγινε στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.).
Στη μάχη αυτή νίκησε ο Φίλιππος, ενώ διακρίθηκε κι ο γιος του, Αλέξανδρος, πολεμώντας στην πρώτη γραμμή. Ο Φίλιππος φέρθηκε στους νικημένους με επιείκεια. Συγκάλεσε μάλιστα συνέδριο στην Κόρινθο, όπου συμμετείχαν πολλές ελληνικές πόλεις εκτός από τη Σπάρτη. Εκεί, τον ανακήρυξαν αρχηγό στην εκστρατεία που θα σχεδίαζε εναντίον των Περσών.