(Ο Αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας)
Κωνσταντινούπολη 1792 – Βιέννη 1828
«Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ως Ανδρείας και μεγαλόψυχοι Έλληνες την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος. Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών. Ας πολεμήσωμεν εἰς τοὺς τάφους των πατέρων μας, οι οποίοι δια να μας αφήσωσιν ἐλευθερους επολέμησαν και απέθανον εκεί. Εις τα όπλα λοιπόν, φίλοι, η πατρίς μας προσκαλεί.»
Αλέξανδρου Υψηλάντη,
Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, πρωτότοκος γιος του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, γεννήθηκε το 1792 στην Κωνσταντινούπολη και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που τον γαλούχησε με πατριωτικά συναισθήματα. Λόγω της καταγωγής του έλαβε πολύ υψηλή μόρφωση, κάτι που τον βοήθησε στην εξέλιξή του. Ακολούθησε στρατιωτική εκπαίδευση ως φοιτητής στη Σχολή του Σώματος Βασιλικών ακολούθων στην Πετρούπολη. Μετά την αποφοίτησή του τοποθετήθηκε στα σώματα Αυτοκρατορικής Φρουράς. Κατά την περίοδο των πολέμων με τον Ναπολέοντα αναδείχθηκαν οι στρατιωτικές του ικανότητες. Στη μάχη της Δρέσδης, το 1813, σε ηλικία 21 ετών έχασε το δεξί του χέρι.
Εν τω μεταξύ στους κύκλους των Φιλικών είχε αρχίσει να συζητιέται το όνομά του και γι’ αυτό το 1820 ο Εμμανουήλ Ξάνθος του πρότεινε να γίνει αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας. Ο Αλέξανδρος έθεσε όρους που έγιναν δεκτοί και ως αρχηγός πλέον ξεκίνησε ένα σχέδιο για την έναρξη της Επανάστασης από την Πελοπόννησο. Διάφορα γεγονότα τον αναγκάζουν να επισπεύσει την έναρξη της επανάστασης και στις 22 Φεβρουαρίου 1821 υψώνει την επαναστατική σημαία στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας και στη συνέχεια εκδίδει επαναστατική προκήρυξη με τίτλο «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος». Στις 26 Φεβρουαρίου σε δοξολογία στον ναό των Τριών Ιεραρχών ο μητροπολίτης Βενιαμίν, αφού ευλόγησε μια πρόχειρη σημαία με έμβλημα τον σταυρό, παρέδωσε το ξίφος στον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Εκείνος τότε υπέβαλε με επιστολή την παραίτησή του από τον ρωσικό στρατό και ξεκίνησε να δημιουργεί στρατό συγκροτώντας τον Ιερό Λόχο. Κατά τη μάχη του Δραγατσανίου ο στρατός του Υψηλάντη αποδεκατίστηκε κι εκείνος αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει προς τα αυστριακά σύνορα. Μετά την αποτυχία του παραδόθηκε στους Αυστριακούς και φυλακίστηκε.
Παραμένοντας μέχρι το 1827 στη φυλακή η υγεία του κλονίστηκε και δυο μήνες μετά την απελευθέρωσή του, τον Ιανουάριο του 1828, πέθανε στη Βιέννη πάμφτωχος και αβοήθητος. Πριν ξεψυχήσει, ζήτησε να ταριχευθεί η καρδιά του και να σταλεί στην Ελλάδα. Σήμερα βρίσκεται στο εκκλησάκι των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στην οδό Στησιχόρου 6, πίσω από το Προεδρικό Μέγαρο. Μαζί με τη δική του καρδιά φυλάσσεται και η καρδιά του αδελφού του Γεωργίου. Η χήρα του αδελφού του Αλέξανδρου έδωσε τις καρδιές να φυλαχθούν εκεί, με την προϋπόθεση να μη το μάθει η Ελληνική Κυβέρνηση, που θεωρούσε πως φέρθηκε με μεγάλη αγνωμοσύνη στην οικογένεια Υψηλάντη.
(Η Πρωτομάνα των Φιλικών)
Ιάσιο 1768 – Οδησσός 1866
«Αν είναι να ελευθερωθεί η Ελλας από την αποστολή αυτού του παιδιού μου, που μου έμεινε, ας το στερηθώ και αυτό. Ας πάει με την ευχή μου.»
Γεννημένη αρχοντοπούλα ήταν η Ελισάβετ. Η οικογένεια Βακαρέσκου από την οποία καταγόταν είχε ρίζα από τη βόρεια Ήπειρο και ήταν μια από τις σπουδαιότερες της Μολδαβίας. Γι’ αυτό και αρχοντόπουλο της έδωσαν για άντρα, τον Ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Κωνσταντίνο Υψηλάντη. Ο θεός ευλόγησε τον γάμο τους με επτά παιδιά. Τα τέσσερα πρώτα ο Αλέξανδρος, ο Δημήτριος, ο Νικόλαος και ο Γεώργιος Υψηλάντης ήταν πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας, που άνοιξε τον δρόμο για την Επανάσταση. Η Ελισάβετ ήταν μια από τις λίγες γυναίκες που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία κι έγινε μεγάλη ευεργέτιδα του Αγώνα των Ελλήνων.
Μέσα στο αρχοντικό της οργάνωνε τις συναντήσεις που προετοίμαζαν την εξέγερση και μέσα από τα σαλόνια τις πέρασαν οι μεγάλες προσωπικότητες που ίδρυσαν τη Φιλική Εταιρεία.
Το μεγαλείο της ψυχής της το έδειξε πρώτα προσφέροντας τα παιδιά της στην Επανάσταση. Δεν λυπήθηκε όμως ούτε τα πλούτη της, που γενναιόδωρα χάρισε στην Ελλάδα. Όταν οι γιοι της προετοίμαζαν την έναρξη της επανάστασης στη Μολδαβία, ο Αλέξανδρος της ζήτησε να θυσιάσει ένα μεγάλο κτήμα που είχε και που της εξασφάλιζε χιλιάδες ρούβλια τον χρόνο. Η Ελισάβετ χωρίς δεύτερη σκέψη του είπε:
___«Εγώ προσφέρω εσάς, παιδιά μου, και θα λυπηθώ το ρούβλια;»
Τόσο μεγάλη ήταν τη βοήθειά της στον αγώνα, που ο Αλέξανδρος ζήτησε από τους άλλους Φιλικούς να γράψουν στο τέλος της διακήρυξης για την έναρξη της Επανάστασης. «Φιλώ το χέρι της μητρός μου».
Κι αργότερα δεν δίστασε να στείλει τον γιο της Δημήτριο στην Πελοπόννησο στη θέση του Αλέξανδρου που είχε φύγει από τη ζωή. Όταν η Ελληνική Κυβέρνηση της ανακοίνωσε τον θάνατο του Δημητρίου, εκείνη έστειλε απάντηση σαν αρχαία Σπαρτιάτισσα υπογράφοντας ως Πατριώτισσα:
«Όταν η Πατρίδα κάλεσε τα αληθινά παιδιά της, τότε οι γιοι μου έτρεξαν να κάμουν το χρέος τους. Πρώτα έχασα τον πρωτότοκό μου, τον Αλέξανδρο. Τώρα τον Δημήτριο, που πέθανε στεφανωμένος βλέποντας την πατρίδα να λευτερώνεται. Αυτή η λευτεριά μαλακώνει την πίκρα και τον πόνο μου, που μόνο μια μάνα γνωρίζει, όταν πεθαίνουν τα παιδιά της. Μακάρι οι νεκροί της οικογένειάς μου να σταματήσουν τα δεινά και να φέρουν τη χαρά σ’ αυτή τη Χώρα, για την οποία αξίζει όλοι να δώσουμε τη ζωή μας».
Η Ελισάβετ Υψηλάντη έφυγε από τη ζωή σε προχωρημένη ηλικία, φτωχιά από χρήματα αλλά πλούσια από το μεγαλείο της Ελληνικής ψυχής, που αστείρευτο το πρόσφερε για την ελευθερία.
Από το βιβλίο «Δύο φορές το ’21»