Φύλλα Ευβοίας ή Ύδρα 1769 – Άθηνα 1835
«Εις το όνομα του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Πυρ!»
«Βλέπω τον θάνατο, μα δε με ταράζει – από τον κόσμο φεύγω ευχαριστημένος.
Όσα επιθύμησα είδα: την πατρίδα μου λεύτερη…»
Ο Ανδρέας Μιαούλης το 1769. Ήταν γιος του Δημητρίου Βώκου. Το όνομα Μιαούλης το πήρε κατά πάσα πιθανότητα από ένα τουρκικό μπρίκι που αγόρασε και λεγόταν «Μιαούλ». Από μικρός έδειξε την αγάπη του για τα καράβια και τη θάλασσα γι’ αυτό και ήταν μόλις 16 ετών, όταν έγινε καπετάνιος σε εμπορικό πλοίο. Οι ικανότητές του στη θάλασσα τον βοήθησαν να κάνει περιουσία εφοδιάζοντας τα γαλλικά παράλια την εποχή του αγγλικού ναυτικού αποκλεισμού και πολεμώντας τους πειρατές που ήταν ο φόβος των θαλασσών. Με τα χρήματα που κέρδισε ναυπήγησε πολλά πλοία που τα διέθεσε για τους σκοπούς της Επανάστασης κι έγινε Ναύαρχος του Υδραίικου στόλου.
Οι επιτυχίες του στον αγώνα για την ελευθερία της Ελλάδας είναι πολλές με πρώτη την καταστροφή του στόλου του Καρά-αλή. Στη ναυμαχία της Πάτρας συνέτριψε τον τουρκικό στόλο κι έπαιξε σημαντικό ρόλο στις ναυμαχίες της Χίου, των Σπετσών και των Ψαρών. Το 1822 στη Ναυμαχία του Γέροντα έσωσε τη Σάμο συντρίβοντας τον Τουρκοαιγυπτιακό στόλο ως επικεφαλής εβδομήντα πλοίων και έξι χιλιάδων ανδρών. Κατόρθωσε επίσης το 1825 να εφοδιάσει τη φρουρά του Μεσολογγίου με τρόφιμα και πολεμοφόδια την εποχή που ήταν αποκλεισμένο από τους Τούρκους.
Ο Καποδίστριας, αναγνωρίζοντας τις ικανότητές του και τις επιτυχίες του, όταν δημιουργήθηκε το Νέο Ελληνικό κράτος, τον όρισε αρχηγό του Ελληνικού στόλου. Στη συνέχεια όμως οι δύο άνδρες διαφώνησαν, κάτι που οδήγησε τον Μιαούλη στην αντιπολίτευση αλλά και στη σύγκρουση με τον Κυβερνήτη. Πάνω σ’ αυτή τη διαμάχη μάλιστα πυρπόλησε τη φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα», που βρίσκονταν στο λιμάνι του Πόρου. Η πράξη του αυτή δίκαια κατακρίθηκε και έμεινε ως ένα μελανό σημάδι στη ζωή του. Η συνολική του όμως προσφορά στον αγώνα ήταν τόσο μεγάλη που του δόθηκε αμνηστία μετά τον θάνατο του Καποδίστρια.
Ο Βασιλιάς Όθων τον όρισε αρχηγό του Διευθυντηρίου του στόλου και τιμήθηκε με παράσημο. Έφυγε από τη ζωή το 1835 στον Πειραιά χτυπημένος από φυματίωση και ενταφιάστηκε στην ακτή, που φέρει σήμερα το όνομά του.
Από το βιβλίο «Δύο φορές το ’21»