Μουσουνίτσα Παρνασσίδας 1786 – Λαμία 1821
Εγώ Γραικός Γεννήθηκα, Γραικόςθε v’ αποθάνω!
Έτσι απάντησε ο ήρωας Αθανάσιος στον Ομέρ Βρυώνη, όταν τον σύρανε βαριά τραυματισμένο μπροστά του κι εκείνος του πρότεινε να αλλαξοπιστήσει και να πολεμήσει στο πλευρό των Τούρκων. Παρόλο που ήξερε πως ο θάνατος ήταν κοντά, δεν λύγισε και μέχρι την τελευταία στιγμή υπέμεινε το μαρτύριο, που o εχθρός του όρισε, καρφωμένος πάνω σε ένα κοντάρι.
Ας γυρίσουμε όμως 35 χρόνια πίσω. Τότε που o Αθανάσιος στη μικρή Μουσουνίτσα, ένα χωριό που σήμερα έχει πάρει το όνομα του ήρωα. Γιος του Νικόλα Γραμματικού και εγγονός του κλέφτη Αθανασίου Γραμματικού από μικρός έδειξε την αγάπη του στα γράμματα αλλά και στη χριστιανική πίστη. Στα δεκαεπτά του έγινε μοναχός και χειροτονήθηκε διάκος, γι’ αυτό και τον φώναζαν έτσι. Πολλές ιστορίες υπάρχουν σχετικά με το γιατί άφησε τη ζωή στο μοναστήρι και βγήκε στην κλεφτουριά. Το σίγουρο είναι πως δεν άντεχε πια να βλέπει τους Έλληνες να υποφέρουν κάτω από την τουρκική τυραννία. Γρήγορα o Διάκος διακρίθηκε για τη γενναιότητά του στις διάφορες συγκρούσεις με τους εχθρούς. Όταν μάλιστα οι Τούρκοι θανάτωσαν δυο αδελφούς του που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι, τότε η οργή και η φωτιά της εκδίκησης φούντωσαν μέσα του. Τούρκο για Τούρκο δεν άφηνε στο πέρασμά του. Όταν ο Αλή-πασάς στα Γιάννενα ήθελε να πάρει την εξουσία από τον Σουλτάνο, πήρε τον Αθανάσιο στην αυλή του που έγινε οπλαρχηγός και πρωτοπαλίκαρο του Ανδρούτσου. Ο Αθανάσιος όμως μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και ξεκίνησε έναν λυσσαλέο αγώνα ενάντια στον εχθρό.
Στις 22 Απριλίου 1821 ο Ομέρ Βρυώνης με μεγάλα στρατεύματα εισέβαλε στην Πελοπόννησο κι επιτέθηκε ταυτόχρονα σε κάθε τόπο που υπήρχαν Έλληνες. Ο Διάκος, o Πανουργιάς και 0 Δυοβουνιώτης προσπάθησαν να σταματήσουν την εισβολή κοντά στις Θερμοπύλες. Γρήγορα όμως χωρίστηκαν και ο καθένας βρέθηκε με τους άντρες του αλλού. Ο Αθανάσιος στρατοπέδευσε με τους λιγοστούς άντρες του στη Γέφυρα της Αλαμάνας. Μάχη σκληρή γίνεται. Σώμα με σώμα. Μπαρούτι και σίδερο. Ο ήρωας λαβώνεται και συλλαμβάνεται από πέντε Τσάμηδες. Κάποιοι συναγωνιστές του τρέχουν να τον γλιτώσουν. Πέφτουν κι εκείνοι νεκροί. Το αίμα τους γίνεται τραγούδι λευτεριάς για την πατρίδα και παράπονο στο στόμα του Διάκου που υποφέρει στα χέρια του εχθρού:
«Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π ‘ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ’ η γη χορτάρι.»
Ο ήρωας καθώς ξεψυχά βλέπει τη λευτεριά να έρχεται, μα εκείνος δεν θα μπορέσει ποτέ να τη χαρεί…
Από το βιβλίο «Δύο φορές το ’21»