Νέδουσα Μεσσηνίας 1787 – Πειραιάς 1849
Εδώ στην πέτρ’ ασάλευτος ο αρχηγός Νικήτας o Τουρκοφάγος
αθλητής του γένους νέος Ακρίτας.
Πάντα ανθισμένη ας την κρατά την δάφνην των Ελλήνων
και στων πολέμων την ιερήν φωτιά και στων κινδύνων.
Κωστής Παλαμάς
Στη Μεγάλη Αναστασίτσα, στους πρόποδες του Ταΰγετου που σήμερα ονομάζεται Νέδουσα, γεννήθηκε το 1787 ο Νικήτας Σταματελόπουλος. Πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας και μητέρα του η Σοφία Καρούτσου, αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ήταν μόλις 11 Χρονών όταν πρωτοβγήκε στην κλεφτουριά με τον πατέρα του. Αργότερα εντάχθηκε στην ομάδα. του κλεφτοκαπετάνιου Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη και παντρεύτηκε την κόρη του Αγγελίνα. Μετά το βάναυσο θάνατο, πατέρα του και του αδερφού του από τους Τούρκους συντάχθηκε με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Τον ακολούθησε στα Επτάνησα την εποχή της Ρωσικής κατοχής και παρέμεινε εκεί την περίοδο που κυριεύτηκαν από τους Γάλλους. Τον Οκτώβριο του 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και άρχισε να την ενισχύει με νέα μέλη.
Ο Νικήτας πρωτοστάτησε σε πολλές σημαντικές μάχες της Επανάστασης. Ήταν δίπλα στον Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα στην άλωση της Τριπολιτσάς φανερώνοντας σε όλους τις στρατηγικές του ικανότητες. Στις 18 Μαΐου 1821 στη μάχη των Δολιανών μαζί με διακόσιους άνδρες κατόρθωσε να αποτρέψει την επίθεση έξι χιλιάδων Τούρκων αφήνοντας πάνω από τριακόσιους νεκρούς με τα όπλα τους στο πεδίο της μάχης. Από την ημέρα εκείνη οι επαναστατημένοι Έλληνες του έδωσαν το όνομα Νικηταράς o Τουρκοφάγος που τον συνόδεψε στην υπόλοιπη ζωή του. Ακολούθησαν πολλές άλλες μάχες όπως αυτή στην περιοχή του Αγίου Σώστη, που οι Τούρκοι έπαθαν μεγάλη πανωλεθρία μετά την ήτα του Δράμαλη στα Δερβενάκια. O αγώνας συνεχίστηκε στην Πελοπόννησο, στην Αττική και πάλι στην Πελοπόννησο εναντίον του Αιγύπτιου στρατάρχη Ιμπραήμ.
Όταν ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος ο Νικηταράς συντάχθηκε με τον Κολοκοτρώνη και στη συνέχεια υπήρξε ένας από τους στενούς συνεργάτες του Καποδίστρια, ο οποίος τον διόρισε Διοικητή Συντάγματος Πελοποννησίων και αρχηγό της πολιτικής φρουράς Πελοποννήσου. Επί βασιλείας του Όθωνα τον Δεκέμβριο του 1839 κατηγορήθηκε ότι ήταν μέλος της «Φιλορθόδοξης Εταιρείας» που στρεφόταν εναντίον του βασιλιά. Οδηγήθηκε σε δίκη αλλά καθώς δεν υπήρχαν στοιχεία που να τον ενοχοποιούν αθωώθηκε. Με διαταγή του Όθωνα παρέμεινε για δεκατέσσερις μήνες σε περιορισμό στην Αίγινα. Το 1843, όταν η επανάσταση είχε κοπάσει, τιμήθηκε με τον βαθμό του υποστράτηγου και το 1847 έγινε γερουσιαστής. Η υγεία του όμως είχε ήδη κλονιστεί. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, τυφλός και πάμφτωχος, τα έζησε στον Πειραιά όπου και πέθανε στις 25 Σεπτεμβρίου 1849.
Από το βιβλίο «Δύο φορές το ’21»