‘Όταν αποφασίσαμε να κάνουμε την Επανάσταση
δεν συλλογιστήκαμε τίποτα, παρά μόνο την ελευθερία μας!
Ραμαβούνι Μεσσηνίας 1770 – Αθήνα 1843
Έτσι μίλησε ο Κολοκοτρώνης στην Πνύκα το 1838. Ποιος ήταν όμως o σπουδαίος αυτός ήρωας;
Βρισκόμαστε στην εποχή της ένοπλης εξέγερσης του Ελληνισμού. Έτος 1770. Ένα αγόρι γεννιέται στο Ραμαβούνι της Μεσσηνίας. Πατέρας του ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, σπουδαίος αρματολός με μεγάλη αγάπη για την Πατρίδα. Το αγόρι το είπαν Θεόδωρο και μεγάλωνε στην μπαρουτοκαπνισμένη και σκλαβωμένη από τους Τούρκους Ελλάδα. Ήταν μόλις δέκα ετών παιδί, όταν οι Τούρκοι αποκεφάλισαν τον πατέρα του. Στα δεκαεφτά του έγινε οπλαρχηγός στην Μεγαλόπολη κι άρχισε να προετοιμάζεται για τον μεγάλο αγώνα που επέλεξε στη ζωή του. Ένας ήταν ο πόθος του: να δει ελεύθερη την Ελλάδα! Γρήγορα απογοητεύτηκε από τις ξένες Δυνάμεις για τη στάση τους απέναντι στον τόπο του και διαπίστωσε πως «ό,τι είχαν να κάμουν, έπρεπε να το κάμουν μονάχοι, γιατί δεν είχαν καμία ελπίδα από τους ξένους».
Ήταν 28 χρονών παλικάρι όταν μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, που προσπαθούσε να προ- ετοιμάσει το έδαφος για την Επανάσταση. Από τις αρχές Μαρτίου του 1821 όλη η Μάνη ήταν σε αναβρασμό. Στις 24 Μαρτίου μαζί με τον Παπαφλέσσα προχώρησαν στην Αρκαδία και κατέβη- καν προς την Καλαμάτα καλώντας όλους στην Επανάσταση. Μια σειρά από μεγάλες νίκες ακολουθούν: η νίκη στο Βαλτέτσι και η πτώση της Τριπολιτσάς, χάρη στο στρατηγικό σχέδιο του Κολοκοτρώνη, η καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Έτσι έγινε αρχιστράτηγος κι ονομάστηκε «ο Γέρος του Μοριά».
Όταν όμως άρχισε η πολιτική αναταραχή στη μικρή ελεύθερη Ελλάδα ανάμεσα στη Βασιλεία και την Αντιβασιλεία και παρόλο που ο συνετός και γενναίος Κολοκοτρώνης προσπάθησε να συμβιβάσει τα πράγματα, τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν στο Ναύπλιο. Τον καταδίκασαν σε θάνατο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Ο Βασιλιάς Όθωνας όμως αργότερα αναγνωρίζοντας την προσφορά του στην πατρίδα τού έδωσε χάρη και του απένειμε τον τίτλο του στρατηγού.
Όταν πέθανε κανείς δεν έλειπε από την κηδεία του. Χιλιάδες ανώνυμοι άνθρωποι αλλά και συναγωνιστές του συνόδεψαν με σεβασμό, τιμή και περηφάνια το άψυχο σώμα του γενναίου ήρωα στο χώμα που με αυταπάρνηση υπερασπίστηκε.
Από το βιβλίο «Δύο φορές το ’21»