Για μας παιχνίδι ο πόλεμος
και το ντουφέκι γλέντι. (2)
Τα βόλια που σφυρίζουνε,
δε σκιάζουν τον λεβέντη. (3)
Κι είναι χαρά, πατρίδα μου,
για σε να πολεμήσω
και τη ζωή που μου ‘δωσες,
να σου τη δώσω πίσω. (2)
Ένας στρατός με μια καρδιά,
σε μια φωνή θ’ ακούμε: (2)
«Ελεύθεροι πεθαίνουμε
και δούλοι εμείς δε ζούμε!» (3)
Κι είναι χαρά, πατρίδα μου,…
Φυσικά δεν εννοεί ότι ο πόλεμος είναι παιχνίδι όπως καμιά φορά τον βλέπουμε εμείς μέσα από κάποια παιχνίδια στον υπολογιστή. Το τραγούδι αυτό δεν εξυμνεί τον πόλεμο, που είναι άσχημη και οδυνηρή κατάσταση και προξενεί πολλά δεινά στους ανθρώπους.
Στους στίχους αυτούς εξυμνείται η αγάπη των προγόνων μας για την ελευθερία. Η αγάπη αυτή έδιωξε από τις καρδιές τους τον φόβο. Έναν φόβο που για τετρακόσια χρόνια απλωνόταν βαθιά μέσα τους. Έτσι ξεκίνησαν τον αγώνα τους. Αυτό φαίνεται πεντακάθαρα στο στίχο «Ελεύθεροι πεθαίνουμε και δούλοι εμείς δε ζούμε!» Έτσι και εμείς μένοντας μακριά από κάθε φανατισμό ας αγαπάμε την πατρίδα μας και ας αγωνιζόμαστε για την ελευθερία της, μα και για την ελευθερία της ψυχής μας.