___Ο πίνακας του Νικόλαου Γύζη, που είναι σήμερα γνωστός ως Το Κρυφό Σχολειό, εκτέθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1888 με τίτλο «Ἑλληνικόν Σχολεῖον ἐν καιρῷ δουλείας». Το 1899 ο Ιωάννης Πολέμης, εμπνεόμενος, όπως δήλωνε ο ίδιος, από τον πίνακα του Γύζη, έγραψε και δημοσίευσε το πασίγνωστο ποίημα του «Το Κρυφό Σχολειό», τίτλος που – χάρη στη δημοτικότητα που απέκτησε γρήγορα το ποίημα- αντικατέστησε τον αρχικό τίτλο του έργου του Γύζη. Λέγεται, επίσης, ότι ο Γύζης εμπνεύστηκε τον περίφημο πίνακά του από το μικρό μοναστήρι της Αγίας Τριάδας στην Τήνο, τη γενέτειρά του, το οποίο πριν την Επανάσταση ονομαζόταν «Το Κρυφό Σχολειό».
___Έτσι με την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού αλλά και των άλλων, φανερών σχολείων που και αυτά η Εκκλησία δημιούργησε όπου την άφηναν, κατόπιν καταβολής πολλών χρημάτων, είναι αλήθεια αυτό που γράφει ο γνωστός Βυζαντινολόγος Στήβεν Ράνσιμαν. «Στην διάρκεια της τουρκοκρατίας η Εκκλησία κατόρθωσε να επιβιώσει. Και όσο η Εκκλησία επεβίωνε, το Έθνος δεν μπορούσε να πεθάνει».
Στίχοι τραγουδιού
Απ’ έξω μαυροφόρ’ απελπισιά,
πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι,
και μέσα στη θολόκτιστη εκκλησιά,
στην εκκλησιά που παίρνει κάθε βράδυ
την όψη του σχολειού,
το φοβισμένο φως του καντηλιού
τρεμάμενο τα ονείρατ’ αναδεύει
και γύρω τα σκλαβόπουλα μαζεύει.
Εκεί καταδιωγμένη κατοικεί
του σκλάβου η αλυσόδετη πατρίδα,
βραχνά ο παπάς, ο δάσκαλος εκεί
θεριεύει την αποσταμένη ελπίδα
με λόγια μαγικά·
εκεί η ψυχή πικρότερο αγρικά
τον πόνο της σκλαβιάς της, εκεί βλέπει
τι έχασε, τι έχει, τι της πρέπει.
Κι απ’ την εικόνα του Χριστού ψηλά,
που εβούβανε τα στόματα των πλάνων
και ρίχνει και συντρίβει και κυλά
στην άβυσσο τους θρόνους των τυράννων,
κι από τη σιγαλιά,
που δένει στον λαιμό πνιγμού θηλιά,
κι απ’ των προγόνων τ’ άφθαρτα βιβλία
που δείχνουν τα πανάρχαια μεγαλεία,
ένας ψαλμός ακούγεται βαθύς
σε μελωδίες ενός κόσμου άλλου
κι ανατριχιάζει ακούοντας καθείς
προφητικά τα λόγια του δασκάλου
με μια φωνή βαριά:
«Μή σκιάζεστε στα σκότη! Η λευτεριά,
σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι,
της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει». (2)