Καποδίστριας πρός τούς Ἕλληνες τῆς Μαριανουπόλεως – ποὺ μιλοῦσαν ῥωσικὰ – ὅταν του πρόσφεραν ποσὸν σ’ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴν ὑποστήριξη πού τούς εἶχε προσφέρει.
«Δέχομαι τὸ χρηματικὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον προσφέρετε εἰς ἐμὲ εἰς ἔνδειξιν εὐγνωμοσύνης, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ καταθέσητε αὐτὸ διὰ παντὸς εἰς τινα Τράπεζαν καὶ διά τῶν τόκων τοῦ κεφαλαίου θὰ προσκαλέσητε εἰς τὴν ὑμετέραν πόλιν Ἕλληνα διδάσκαλον, ὅπως διδάσκη εἰς ὑμᾶς, καὶ τὰ τέκνα ὑμῶν ἀποκλειστικῶς τὴν ἑλληνικήν γλῶσσαν εἰς σχολεῖον τὸ ὁποῖον θὰ ἱδρύσητε. Διότι ἀποτελεῖ ἐντροπήν νὰ εἶσθε Ἕλληνες καὶ νὰ ἀγνοῆτε τὴν μητρικὴν ἡμῶν γλῶσσαν, τὴν εὐγενεστέρα τοῦ κόσμου.»
Ἂς ἔρθουμε σ’ ἕνα ἄλλο, σπουδαιότατο θὰ λέγαμε, κεφάλαιο τῆς νεότερης ἱστορικῆς πορείας τοῦ λαοῦ μας. Στὴν προπαρασκευὴ δηλαδὴ ὅλων ἐκείνων τῶν δυνάμεων ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ βοηθήσουν στὴν ἀντοχή τοῦ βάρους τῆς δουλείας μὰ καὶ νὰ σηκώσουν στὶς πλάτες τους τὸ φορτίο τοῦ ἔνοπλου ἀγώνα ὅταν οἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέπανε καὶ τὸ καλοῦσαν.
Καὶ τὸ βάρος αὐτό τοῦ ἀγώνα γιὰ τὴν ἀποτίναξη τοῦ ξενικοῦ ζυγοῦ, μόνο οἱ νέοι ἄνθρωποι καὶ τὰ παιδιὰ θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ κρατήσουν στοὺς ὥμους. Τὰ παιδιὰ ὅμως ἔπρεπε νὰ μὴ λησμονήσουν τὴν ἱστορία. Τὶ εἴμαστε στὸ παρελθὸν καὶ τὶ θὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε στὸ μέλλον. Ποιὰ ἦταν ἡ Ἑλλάδα καὶ πῶς τὴν κατάντησε ἡ δουλεία. Τὸ ἔργο αὐτὸ τὸ ἀναλάβανε οἱ δάσκαλοι καὶ τὰ σχολειά. Μὲ τὰ φτωχά, τὰ πενιχρὰ μέσα της ἐποχῆς, οἱ ὀλιγογράμματοι, ψωμοζητάδες δάσκαλοι καὶ παπάδες μὲ τὴ βοήθεια καὶ συμπαράσταση τῶν ὁμογενῶν ἐκείνων ποὺ μπορέσανε χαὶ φύγανε στὶς χῶρες τῆς Εὐρώπης ἐτοιμάσανε θαυμάσια τὸ ἔδαφος.Ὁ ἐθνικὸς ποιητὴς Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης γράφει σχετικὰ μὲ τὸ θέμα:
«Οἱ δάσκαλοι τοῦ Γένους ἄγρυπνοι, ἀκάματοι ἔσκαπτον ἐν κρυπτῷ διά τοῦ αἰχμηροῦ καλάμου των, μυστικὴν ὑπόνομον, ἥτις ἔπρεπε μίαν ἡμέρα νὰ ἀποτινάξῃ τὸν πολυχρόνιον ὄγκον τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ. Ἑνῷ τὸ πῦρ καὶ ὁ σίδηρος τῶν κλεφτῶν – ἀρματωλῶν διετήρουν ἀκμαῖον τὸ πολεμικὸν πνεῦμα τῆς φυλῆς, ὑπὸ τὰς ἀμυδρὰς ἀκτῖνας νυχτερινῆς λυχνίας, ὁ πτωχὸς διδάσκαλος ἐνεστάλαζεν εἰς τὴν καρδίαν τῆς ἑλληνικῆς νεολαίας τὰ ζωογόνα ῥεῖθρα τῆς ἀρχαίας μαθήσεως. Τοιουτοτρόπως οἱ ἀφανεῖς μὲν ἀλλ’ ἀείμνηστοι διδάσκαλοι τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων παρεσκεύασαν τὴν ἡμέραν τῆς ἐθνικῆς ἐγέρσεως ὅσον καὶ οἱ λεοντόκαρδοι μαχηταί τῶν ἑλληνικῶν ὀρέων (Ὀλύμπου καὶ Ἀγράφων)».
«Περίεργον θέαμα, λέγει ὁ Φιλαδελφεὺς ἐν τῆ ἱστορίᾳ τῶν Ἀθηνῶν, παρέχει εἰς τὸν παρατηρητὴν ἡ ἐν Ἑλλάδι πρὸς τὴν παιδείαν ἀκάθεκτος ὁρμή. Πάντες ὡς ἀπὸ ληθάργου ἐγερθέντες, ἡμιλλῶντο περὶ τὴν μάθησιν. Ἀπό τοῦ Εὐγενίου τοῦ Βουλγάρεως καὶ κατόπιν ἀπό τοῦ ἀειμνήστου Κοραὴ ἡ περὶ τὰ ράμματα σπουδὴ ἔφθασεν εἰς τὸν κολοφῶνα. Σχολεῖα ἐπὶ σχολείων ἱδρύοντο, βιβλία πανταχοῦ ἐξετυποῦντο, περιοδικὰ συγγροάματα ἐξεδίδοντο ζήλου πανταχοῦ ὑποστηριξόμενα. Ἡ Ἑλλὰς ὡμοίαξε μέγα χαλκεῖον διανοητικόν, ἐνῷ ἐχαλεκύοντο τὰ ὅπλα δι’ ὧν ἔθραυσε κατόπιν τὰς ἀλύσεις τῆς δουλείας. Τὸ σεβαστὸν ἐκεῖνο καὶ περικλεὲς γερόντιον, Ἀδαμάντιος ὁ Κοραής, εἶναι ἀναντιρρήτως ὁ πρωταθλητής τῆς Ἑλληνικῆς Ἐθνεγερσίας: διότι οὗτος, ὡς ἄλλος Πέτρος Ἐρημίτης, διήγειρε πανσθενῇ σταυροφορίαν κατά τῆς ἀμαθείας, αὐτὸς ὁλόκληρον τὸν βίον κατηνάλωσε συμβουλεύων, συγγράφων, φωτίζων τὸ Ἑλληνικὸν γένος καὶ προσπαθῶν νὰ διαλύσῃ τὴν ἀχλύν τῆς ἀμαθείας καὶ νὰ ἐμπνεύσῃ ἔρωτα πρὸς τὴν παιδείαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἐπί τοῦ δωμοῦ τῆς ὁποίας ἠκονίσθησαν τὰ ξίφη τοῦ 1821».
Ἔτσι βλέπουμε τὸν Πατροκοσμᾶ τὸν Ἐσωμερίτη μὲ τὸ τριμμένο ῥάσο νὰ γυρίζει τὰ νησιά τοῦ Ἰονίου καὶ τή “χέρσο Ἑλλάδα” καὶ νὰ ἱδρύει διακόσια δέκα ἐλληνικὰ σχολεῖα, ὅπως παλιότερα εἶχε κάνει τὸ ἴδιο ὁ ζακυνθινὸς μοναχὸς Παχώμιος Ῥουσάνος, ἀναζωπυρῶντας τὸ ἐθνικὸ φρόνημα τῶν ῥαγιάδων ποὺ μὲ τὴ βία ἀσπάζονταν τὴ θρησκεία τοῦ Μωάμεθ. Συνεπίκουρος τῶν πιὸ πάνω ἔρχεται ἀργότερα ὁ Ῥήγας ποὺ στὸ 22 ἄρθρο τοῦ “Πολιτεύματος” ἔγραφε:
«Ὅλοι χωρὶς ἐξαίρεσιν ἔχουν χρέος νὰ ἠξεύρουν γράμματα. Ἡ πατρὶς ἔχει νὰ καταστήσῃ σχολεῖα εἰς ὅλα τὰ χωρία διὰ τὰ ἀρσενικὰ καὶ τὰ θηλυκὰ παιδία. Ἐκ τῶν γραμμάτων γεννᾶται ἡ προκοπή, μὲ τὴν ὁποίαν λάμπουν τὰ ἐλεύθερα ἔθνη. Νὰ ἐξηγοῦνται οἱ παλαιοὶ ἱστορικοὶ συγγραφεῖς, εἰς τὰς μεγάλας πόλεις νὰ παραδίδεται ἡ Γαλλικὴ καὶ ἡ Ἱταλικὴ γλῶσσα ἡ δὲ Ἑλληνικὴ νὰ εἶναι ἀπαραίτητος»
Καὶ μὲ στεντόρεια τὴ φωνὴ παρακινοῦσε τὰ παιδιά τῆς Ἑλλάδας νὰ πάρουνε μέρος στό “Μυστικὸ Δεῖπνο” τῆς πατρίδας γιὰ νὰ δοῦνε καὶ τὴν Ἀνάστασή της.
Ὦ παιδιά μου,
ὀρφανά μου,
σκορπισμένα ἐδῶ κι ἐκεῖ,
διωγμένα,
ὑβρισμένα
ἀπ’ τὰ ἔθνη πανοικί!
Ξυπνῆστε, τέκνα, κι ἦλθεν ἡ ὥρα,
ξυπνῆστε ὅλα, τρέξατε τώρα
κι ἦλθεν ὁ Δεῖπνος ὁ Μυστικός.
“Ποὺ μὲ κόπους
κατὰ τόπους
τρέχετε μὲ μίαν τροφήν,
εἰς δεσπότας
κι ἰδιώτας,
δούλου δέχεσθε μορφήν.
Ξυπνῆστε, τέκνα, κι ἦλθεν ἡ ὥρα,
ξυπνῆστε ὅλα, τρέξατε τώρα
κι ἦλθεν ὁ Δεῖπνος ὁ Μυστικός.
Συναχθῆτε
νὰ ἰδῆτε
τὰς πληγάς μου ἐλεινῶς,
πὼς τὸ αἷμα
τρέχει ῥεῦμα
ἀπ’ τὰς φλέβας μου δεινῶς.
Ξυπνῆστε, τέκνα, κι ἦλθεν ἡ ὥρα,
ξυπνῆστε ὅλα, τρέξατε τώρα
κι ἦλθεν ὁ Δεῖπνος ὁ Μυστικός.
Τὴν στολήν μου
τὴν καλήν μου
ξεσχισμένη τὴν φορῶ.
Σφαλισμένην
καὶ δεμένην
μὲ ἀλύσους τὴν θωρῶ.
Ξυπνῆστε, τέκνα, κι ἦλθεν ἡ ὥρα
ξυπνῆστε ὅλα, τρέξατε τώρα
κι ἦλθεν ὁ Δεῖπνος ὁ Μυστικός.
Δὲν βαστάζω,
ὅλο κράζω
θάνατόν μου τὸν πικρόν,
σὰν μ’ ἀφῆτε
κι ἀμελῆτε
σωτηρίας τὸν καιρόν,
Ξυπνῆστε, τέκνα, κι ἦλθεν ἡ ὥρα,
ξυπνῆστε ὅλα, τρέξατε τώρα
κι ἦλθεν ὁ Δεῖπνος ὁ Μυστικός.
Ὑγπενθύμιζε ἀκόμη μὲ τὸ Θούριο τὰ ἀγαθά της Ἐλευθερίας λέγοντας:
«Κάλλιο ‘ναι μιᾶς ὥρας ἐλεύθερη ξωή,
παρὰ σαράντα χρόνια, σκλαβιὰ καὶ φυλακή».
Τὸ ἔργο τοῦ Ρήγα, τοῦ Νεόφυτου τοῦ ἔγκλειστου, τοῦ Μελέτιου, τοῦ Νίκωνα τοῦ «Μετανοεῖτε», τοῦ Παχώμιου Ῥουσάνου κι ἑνὸς πλήθους ἄλλων δασκάλων τοῦ Ἔθνους ἐπισφράγισε μὲ ἀκατάβλητη προσπάθεια ὁ μοναχὸς Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ γνωστός μας Πατροκοσμᾶς ποὺ προαναφέρθηκε. Γιὰ τὸ ἔργο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀποστόλου τοῦ Χριστοῦ καί τῆς πατρίδας, εἶναι ἀνάγκη νὰ κάνουμε ἐκτενέστερο λόγο.
Πόσα ἀλήθεια δὲν ὀφείλουμε, οἱ νεότεροι Ἕλληνες, στὸν Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό! Πόσα ἀλήθεια δὲν ἔδωσε ὁ ἅγιος αὐτὸς ἄνθρωπος, ὁ μεγάλος αὐτὸς διδάχος στὸ ἑλληνικόν ἔθνος! Ἂς παρακολουθήσουμε μέσ’ ἀπὸ τίς «διδαχές» του τὴν ἀγωνία καὶ τὸν ἀγῶνα του για τη μόρφωση των παιδιών τοῦ λαοῦ ποὺ βρισκόταν κάτω ἀπ’ τὸ βαθὺ σκοτάδι τῆς δουλείας. Μάζευε τούς χωρικούς γύρω του καὶ μεταξύ τῶν ἄλλων τούς ῥωτοῦσε.
«-Ἔχετε σχολεῖον ἐδῶ εἰς τὴν χώραν σας νὰ διαβάζουν τὰ παιδιά;
– Δὲν ἔχομεν, ἅγιε τοῦ Θεοῦ.
– Νά μαζευθῆτε ὅλοι νά κάμετε ἕνα σχολεῖον καλόν, νά βάλετε καὶ ἐπιτρόπους νὰ τὸ κυβερνοῦν, νὰ βάνουν διδάσκαλον νὰ μανθάνουν ὅλα τὰ παιδιά γράμματα, πλούσια καὶ πτωχά, διότι ἀπὸ τὸ σχολεῖον μανθάνομεν τί εἶνε Θεός, τί εἶναι Ἁγία Τριάς, τί εἶνε Ἄγγελοι, δαίμονες, παράδεισος, κόλασις, ἀρετή, κακία, τί εἶνε ψυχή, σῶμα κλ.π. διότι χωρίς τὸ σχολεῖον περιπατοῦμεν εἰς τὸ σκότος. Ἀπὸ τὸ σχολεῖον ἀνοίγει τὸ μοναστήριον. Ἄν δέν ἦτο σχολεῖον, ποῦ ἤθελα μάθει ἐγὼ νὰ σᾶς διδάσκω;»
Πάντοτε ἤθελε τὴν παιδεία θεμελιωμένη στὴν ἁγιοπατερικὴ παράδοση γι αὐτὸ συνεχίζοντας λέει:
…«Καὶ καθὼς ὁ Μωϋσῆς ἔμαθε γράμματα, ἔτσι ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς νὰ μανθάνωμεν, διὰ νὰ ἠξεύρωμεν τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἂν δὲν ἐμάθετε οἱ γονεῖς, πρέπει νὰ μάθουν τὰ τέκνα σας. Δὲν βλέπετε ὅτι ἀγρίωσε τὸ γένος μας ἀπὸ τὴν ἀμάθειαν καὶ ἐγίναμεν ὡσὰν θηρία; Διὰ τοῦτο σᾶς συμβουλεύω νὰ κάμετε σχολεῖον διά νά ἐννοῆτε τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον καὶ τὰ λοιπὰ βιβλία”.
Καὶ σ’ ἄλλο συμπληρώνει:
«Ὁ Μωϋσῆς, ἀδελφοί μου, ἀπὸ μικρὸν παιδίον ἕλαβε δύο πράγματα εἰς τὴν καρδίαν του, ἀγάπην εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τούς ἀδελφούς του. Αὐτὰς τὰς δύο ἀγάπας νὰ ἔχητε, χαράν, δόξαν, ἀγαλλίασιν, πλοῦτον, θησαυρόν, νὰ χαιρώμεθα μὲ αὐτὰς τὰ δύο ἀγάπας πάντοτε. Σαράντα χρόνους ἐσπούδασεν ὁ προφήτης Μωϋσῆς νὰ μάθῃ τὰ γράμματα, διὰ νὰ καταλάβῃ ποῦ περιπατεῖ. Νὰ σπουδάζετε καὶ σεῖς, ἀδελφοῖ μου, νὰ μανθάνετε γράμματα ὅσον ἠμπορεῖτε. Καὶ ἂν δὲν ἐμάθετε οἱ πατέρες, νὰ σπουδάζετε τὰ παιδιά σας νὰ μανθάνουν τὰ ἑλληνικά, διότι καὶ ἡ Ἐκκλησία μας εἶνει εἰς τὴν ἐλληνικήν. Καὶ ἂν δὲ σπουδάσης τὰ ἐλληνικά, ἀδελφέ μου, δὲν ἠμπορεῖς νὰ καταλαβης ἐκεῖνα πὺ ὁμολοεῖ ἡ Ἐκκλησία μας. Καλύτερον, ἀδελφέ μου, νὰ ἔχης ἑλληνικὸν σχολεῖον εἰς τὴν χώραν σου, παρὰ νὰ ἔχης βρύσες καὶ ποτάμια καὶ ὡσὰν μάθης τὸ παιδί σου γράμματα, τότε λέγεται ἄνθρωπος. Τὸ σχολεῖον ἀνοίγει τὰς Ἐκκλησίας, τὸ σχολεῖον ἀνοίγει τὰ μοναστήρια.
Διατί, ἅγιοι ἱερεῖς καὶ τίμιοι προεστῶτες, δὲν ὁρμηνεύετε τὰ εὐλογημένα μας ἀδέλφια, νὰ στερεώνωσι καὶ νὰ δάνωσιν εἰς κάθε χωρίον σχολεῖον, νὰ μανθάνουν τὰ παιδιὰ γράμματα, νὰ γνωρίζουν τὸ καλὸν καὶ τὸ κακόν. Ὅτι καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸ σχολεῖον ἔμαθα τὰ εἰκοσιτέσσαρα γοάμματα μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Χριστοῦ μας. Ἔμαθα καὶ πέντε ἕξ ἑλληνικὰ καὶ ἔμαθα πολλῶν λογιῶν γράμματα. ἑβραϊκά, τουρκικά, φράγκικα καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη μὲ τὴν χάριν τοῦ Χριστοῦ μας, καὶ πολλὰ τὰ ἐδιάβασα, καὶ ὅλα τὰ ἐθνικὰ κάλπικα τὰ ηὗρα. Ὅλα εὑρέματα καὶ σπέρματα τοῦ διαδόλου, καὶ κατὰ ἀλήθειαν, ἀδελφοί μου τόσον τὰ ἐμελέτησα τὰ γράμματα, καθὼς ὁ χρυσικός λογαριάζει τὸ ἀσήμι καὶ δὲν τὸ ἀφήνει τελείως ἀζούραν, καὶ τότε εἶνε λαμπρὸν καὶ καθαρὸν καὶ τὸ ἀγοράζει μὲ κάθε προθυμίαν ὁ ἄνθρωπος ἔτσι καὶ ἐγὼ ηὗρα καθαρά, ἅγια καὶ ἀληθινά, λαμπρὰ καὶ ὑπερλαμπρότερα ἀπὸ τὸν ἥλιον τὰ λόγια καὶ τὰ προστάγματα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὅποιος πιστεύει τὸν Χριστὸν καὶ τὸν λέγει Θεὸν καὶ κάμνει τὰ πράγματά τοῦ, ὁποῦ λέγει τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον, ἐκεῖνος εἶνε καλότυχος καὶ τρισμακάριστος καὶ καμμίαν φορὰν δὲν θέλει ἐντροπιασθῆ, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ στερεώνετε σχολεῖα Ἑλληνικά, νὰ φωτίζονται οἱ ἄνθρωποι. Διότι διαβάζοντας τὰ Ἑλληνικὰ τὰ ηὗρα ὁποῦ λαμπρύνουν καὶ φωτίζουν τὸν νοῦν τοῦ μαθητοῦ ἀνθρώπου, καθὼς φωτίζει ὁ ἥλιος τὴν γῆν, ὅταν εἶνε ξαστεριὰ καὶ βλέπουν τὰ μάτια μακρυᾶ, ἔτσι βλέπει καὶ ὁ νοῦς τὰ μέλλοντα. Ἀπεικάζουν ὅλα τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά, φυλάγονται ἀπὸ κάθε λογῆς κακὸν καὶ ἁμαρτίαν, διατὶ τὸ σχολεῖον ἀνοίγει τὴν ἐκκλησίαν, μανθάνομεν τὶ εἶνε Θεός, τὶ εἶνε ἡ ἀγία Τριάς, τὶ εἶνε ό ἄγγελος, τὶ εἶνε ἡ ἀρετή, τὶ εἶνε οἱ δαίμονες, τὶ εἶνε ἡ κόλασις. Τὰ πάντα ἀπὸ τὸ σχολεῖον τὰ μανθάνομεν».
Μὲ τὶς προτροπὲς λοιπὸν αὐτῶν καὶ ἑνὸς μεγάλου ἄλλου πλήθους ἐργατῶν τοῦ λόγου καί τοῦ πνεύματος, μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἐκκλησίας ποὺ ἔστησε τυπογραφεῖα καὶ μὲ κάθε ἄλλο τρόπο βοήθησε τὴ λειτουργία τῶν σχολείων στὰ μαῦρα καὶ πικρὰ χρόνια τῆς δουλείας, μὲ τὴν παροχὴ χρηματικῶν ἐνισχύσεων ἀπὸ μέρος πολλῶν εὐεργετῶν, ἡ Ἑλλάδα ἔγινε ἕνα ἀπέραντο σχολεῖο γιὰ τὰ παιδιά της ποὺ στὴ συνέχεια αὐτὰ μὲ θάρρος καὶ ἀποφασιστικότητα ἀγωνίστηκαν γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή της.
Κι ὅταν οἱ συνθῆκες γιὰ τὴ λειτουργία τῶν σχολείων ἦταν δύσκολες, οἱ νάρθηκες τῶν ἐκκλησιῶν μὲ τὸ τρεμάμενο φῶς τοῦ καντηλιοῦ καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία, γίνονταν οἱ ναοί της παιδείας, μέσα στοὺς ὁποίους ὁ φτωχοκαλόγερος θέριευε τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα τοῦ γένους.
Σελίδες ἀπὸ τὸ βιβλίο:
Τὰ Ἑλληνόπουλα στοὺς Ἐθνικοὺς Ἀγῶνες, Β’ Ἔκδοση.
Ἔκδοση Ἱεράς Μονῆς Ἁγίας Λαῦρας.
Καλάβρυτα 1999.
Γράψτε τις σκέψεις και τα συναισθήματα σας σχετικά με όσα διαβάσατε.