Κάποτε ρώτησαν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη γιατί οι Έλληνες πήραν τα όπλα για να ξεσηκωθούν αφού είναι 400 χρόνια σκλαβωμένοι. Εκείνος τους απάντησε πως ο βασιλιάς των Ελλήνων, εννοώντας τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, δεν παραδόθηκε ο ίδιος, ούτε παρέδωσε το κράτος. Μία μάχη έχασε μόνο. Ο πόλεμος συνεχίζεται. Ο στρατός του Μαρμαρωμένου Βασιλιά πολεμά ακόμα. Οι στρατιώτες του είναι οι κλέφτες που δεν θα σταματήσουν τον αγώνα μέχρι την απελευθέρωση των Ελλήνων. Έτσι φαίνεται στα λόγια του Γέρου του Μοριά μία συνέχεια του ελληνικού έθνους από τα βυζαντινά χρόνια.
Μάνα μου, τα (2) κλεφτόπουλα
τρώνε και τραγουδάνε,
άιντε πίνουν και γλεντάνε. (2)
Μα ένα μικρό (2) κλεφτόπουλο
δεν τρώει, δεν τραγουδάει,
βάι δεν πίνει, δε γλεντάει. (2)
Μόν’ τ’ άρματά (2) του κοίταζε,
του τουφεκιού του λέει:
«Γεια σου, Κίτσο μου, λεβέντη!» (2)
Τουφέκι μου (2) περήφανο,
σπαθί μ’ ξεγυμνωμένο,
μια χαρά ‘σαι το καημένο! (2)
Πόσες φορές (2) με γλίτωσες
απ’ του εχθρού τα χέρια
κι απ’ των Τούρκων τα μαχαίρια. (2)