Μάθαμε, λοιπόν, στα προηγούμενα μαθήματα ότι η ποσότητα ύλης που υπάρχει σ’ ένα σώμα λέγεται μάζα. Όλα τα σώματα πέρα από μάζα έχουν και κάποιες ακόμη ιδιότητες, με βάση τα όσα έχουμε μάθει:
1. Έχουν σχήμα (είτε κανονικό, είτε ακανόνιστο).
2. Έχουν όγκο, δηλαδή καταλαμβάνουν χώρο.
3. Ένα σώμα με μεγαλύτερο όγκο δεν μπορεί να μπει στη θέση ενός με μικρότερο όγκο.
Δύο σώματα που έχουν τον ίδιο όγκο, δεν είναι απαραίτητο ότι έχουν την ίδια ποσότητα μάζας, ούτε το ίδιο σχήμα. Επίσης, δύο σώματα που έχουν την ίδια ποσότητα μάζας (π.χ. 1 kg) δεν είναι απαραίτητο ότι αποτελούνται από την ίδια ύλη.
Για να γνωρίζουμε ακριβώς από ποιο υλικό αποτελείται ένα σώμα χρειαζόμαστε ένα επιπλέον μέγεθος: την πυκνότητα.
Η πυκνότητα συνιστά παράγωγο φυσικό μέγεθος με το οποίο εκφράζεται η μάζα ενός υλικού ανά μονάδα όγκου. Συνήθως, συμβολίζεται με το ελληνικό γράμμα ρ ή με το λατινικό γράμμα d. Μονάδα μέτρησης της πυκνότητας στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων είναι kg/m3 (χιλιόγραμμο ανά κυβικό μέτρο). Συχνά, χρησιμοποιείται και η μονάδα g/cm3 (γραμμάριο ανά κυβικό εκατοστό). Ο βασικός μαθηματικός τύπος της πυκνότητας είναι ο λόγος της μάζας ενός υλικού, m, προς τον όγκο, V, που την περιέχει:
Η πυκνότητα συνιστά ένα εντατικό μέγεθος, καθώς εκφράζεται ως πηλίκο μεγεθών που εξαρτώνται από την ποσότητα του υλικού το οποίο αφορούν (εκτατικά μεγέθη). Συνεπώς, η πυκνότητα είναι χαρακτηριστικό μέγεθος του εκάστοτε υλικού και δεν εξαρτάται από την ποσότητά του. Για παράδειγμα, η πυκνότητα ενός σιδερένιου συνδετήρα είναι ίδια με την πυκνότητα μιας σιδερένιας ράβδου, δηλαδή ίση με 7.880 kg/m3 περίπου, καθώς το υλικό κατασκευής των δύο αντικειμένων είναι το ίδιο.