Όταν τον πέταξαν εκεί μέσα, ο γέροντας σκέφτηκε ότι αυτό ήταν το τέλος του. Ένα απαίσιο κελλί, μ’ ένα μικρό παραθυράκι χωρίς τζάμια. Δεν είχε ούτε πάτωμα ούτε κάποιο στρώμα. Οι κρατούμενοι το αποκαλούσαν «ψυγείο», γιατί ο παγετός περνούσε μέσα χωρίς κανένα εμπόδιο. Μια μαύρη τρύπα, μέσα στην οποία μπορούσε να υπάρχει μόνο ο θάνατος. Δεν είχε τίποτα να καθίσει κανείς ή να ξεκουραστεί ούτε για ένα λεπτό.
Όσοι βρίσκονταν εκεί, περπατούσαν μπρός-πίσω, χωρίς να σταματούν. Σιγά-σιγά, λεπτό το λεπτό, το τσουχτερό κρύο αφαιρούσε τη ζεστάσια από την καρδιά, ακινητοποιούσε τα πάνω και κάτω άκρα, ώσπου η ζωή, ανίκανη πια να παλεύει, να εγκαταλείψει το κοκαλιασμένο και άψυχο σώμα. Τότε ερχόντουσαν οι φρουροί κι έσερναν το σώμα, για να το πετάξουν σ’ έναν κοινό τάφο.
Φαγητό δεν λάμβαναν καθόλου, μόνο λίγο νερό και αυτό όχι καθημερινά. Κανείς δεν επέζησε εκεί. Μέσα από τον τοίχο ακούγονταν οι όλο κι εξασθενούντες στεναγμοί των συντρόφων και στο τέλος μια απόκοσμη σιωπή επικρεμόταν πάνω από την απέραντη μοναξιά της φυλακής.
Τον πατέρα Μάρκο τον έριξαν εκεί για να τον αποτελειώσουν. Όμως αυτός ήταν ατσαλωμένος στους μοναχικούς αγώνες, ήξερε να παλεύει τον φόβο και είχε ήδη ξεπεράσει πάρα πολύ πόνο. Ήταν από τους λίγους κρατούμενους, που δεν λύγισαν από τα βασανιστήρια. Δεν έβγαζε ούτε μια κραυγή, γι’ αυτό τον βασάνιζαν περισσότερο από άλλους. Αλλά ήταν αδύναμος απέναντι στο κρύο. Αισθανόταν πως το κρύο, σταγόνα τη σταγόνα, μπαίνει μέσα στο σώμα του. Τότε ξεκίνησε να κάνει μετάνοιες. 1, 2, 3, 10, 100, 1000 μετάνοιες, λέγοντας: «Κύριε, ελέησόν με, τον αμαρτωλό! Εσύ, που με δημιούργησες από το χώμα, ελέησόν με! Οι αμαρτίες μου είναι πολυάριθμες, Κύριε, συγχώρεσέ με! Πνεύμα αγνότητας, υπομονής και αγάπης, δος μου, του δούλου Σου!»
Αγγίζοντας ελαφρά το παγωμένο πάτωμα, ο πατήρ Μάρκος σκεφτόταν τα Πάθη του Κυρίου, τα φοβερά Πάθη στον Σταυρό, το τρελαμένο πλήθος των Εβραίων και την αγάπη του Σωτήρα, ακατάληπτη για τους βασανιστές Του. Σε σύγκριση με τον πόνο και την αγάπη του Χριστού, τα βάσανα της φυλακής τού φαίνονταν ελαφρά και υποφερτά. Έτσι ώστε μπορεί κανείς να τα μαζέψει στην καρδιά του, να τα συμπήξει στο μέγεθος ενός κόκκου και να τα ρίξει στην άβυσσο της λήθης, ώστε να παραμείνει μόνο η αγάπη, αγάπη κι ευσπλαχνία προς τους πάντες, ακόμη και προς τους καημένους τους βασανιστές-δήμιους, που δεν γνωρίζουν τι πράττουν και σε τι καταδικάζουν τον εαυτό τους για πάντα. Κυλά ένα δάκρυ και γι’ αυτούς. Και έπειτα ακόμα ένα, που σφραγίζει την παράκληση και τη συγχώρεσή του.
Δεν ήξερε πόσον καιρό έκανε μετάνοιες. Δεν τις μετρούσε, δεν σκεφτόταν τη ροή της ώρας. Ο χρόνος, που στη φυλακή είναι σαν παγωμένος, φούντωσε και τον κατάπιε. Οι σκέψεις του όρμησαν στο αγαπημένο του μοναστήρι, στα λιβάδια, όπου λάμπει ο ήλιος, στις μεσονύκτιες ακολουθίες, φωτισμένες από κεριά, στον φίλο και τον προϊστάμενό του, τον πατέρα Κλεόπα.
Όταν συνήλθε, κατάλαβε πως κοιμόταν ακριβώς πάνω στο παγωμένο μπετόν. Και, επιπλέον, ζεσταινόταν, με αποτέλεσμα η ρόμπα που φορούσε να είναι μούσκεμα από τον ιδρώτα του! Οι τοίχοι γύρω του έμοιαζαν σαν να ήταν πυρακτωμένοι. Η θαυμάσια ζεστασιά, που πήγαζε από την ίδια την καρδιά του, πλημμύριζε όλο αυτό το μικρό δωμάτιο, το οποίο ο ίδιος άρχισε ν’ αντιλαμβάνεται ως το μοναχικό κελλί του. Ο Θεός «έγχυσε» τη «φωτιά» Του πάνω του, σκεπάζοντάς τον με την αγάπη Του. Και ο πατήρ Μάρκος αισθανόταν ελεύθερος κι ευτυχισμένος.
Εμείς γνωρίζουμε ότι για να ζεσταθεί ένα σώμα που είναι κρύο, πρέπει κάποιο άλλο σώμα θερμότερο να του μεταδώσει θερμότητα, ώστε να αυξηθεί η θερμοκρασία του. Ωστόσο, όταν ένα σώμα θερμαίνεται από κάποιο άλλο και είναι σε επαφή και με άλλα σώματα, τότε η θερμότητα που παίρνει μοιράζεται στα υπόλοιπα κρύα σώματα και άρα η θερμοκρασία του δεν παραμένει υψηλή.
Στο περιστατικό που διαβάσαμε, βλέπουμε ότι δεν επηρεάστηκε μόνο το σώμα του Αγίου αλλά και όλο το δωμάτιο. Ζεστάθηκε δηλαδή χάρις στον Άγιο και την προσευχή του, όλος ο χώρος που ερχόταν σ’ επαφή μ’ αυτόν. Αυτό για να γίνει υπό φυσιολογικές συνθήκες, επειδή ο χώρος προφανώς ήταν κτισμένος με πέτρα, θα ήθελε να περάσουν πάρα πολλές ημέρες και να καίει αδιάκοπα φωτιά στον χώρο! Ή θα έπρεπε να βάλουμε πάρα πολύ δυνατή φωτιά, αν θα θέλαμε να το πετύχουμε μέσα σε μια νύχτα όπως συνέβη στην διήγηση, η οποία όμως θα είχε εξαϋλώσει το σώμα του γέροντος, και θα είχε αλλοιώσει και όλον τον χώρο, ίσως να έλιωνε και τις πέτρες.
Άρα, με βάση τα όσα έχουν συνειδητοποιήσει οι επιστήμονες για το πώς λειτουργεί η μεταφορά της θερμότητας και η αύξηση της θερμοκρασίας, αυτό που συνέβη στον γέροντα Μάρκο είναι αδύνατον να εξηγηθεί επιστημονικά. Όμως, εξηγείται δια της πίστεως και αν παραδεχθούμε ότι δεν γνωρίζουμε το σύμπαν της ύλης όπως το γνωρίζει ο Θεός που τη δημιούργησε και μπορεί να αλλάζει ιδιότητές της καταπώς Αυτός θέλει.