Στην σύγχρονη εποχή μετράμε τον χρόνο με διάφορες μονάδες μέτρησης. Για να μετρήσουμε μικρούς χρόνους χρησιμοποιούμε το 1 δευτερόλεπτο. Το δευτερόλεπτο συμβολίζεται με το γράμμα s, από την αγγλική λέξη “second”.
Ο αρχικός ορισμός των δευτερολέπτων βασίστηκε σε διαιρέσεις του χρόνου μεταξύ των πανσέληνων. Αργότερα, τα δευτερόλεπτα ορίστηκαν από τις ηλιακές μέρες με βάση το ηλιακό ρολόι και τον χωρισμό του σε ίσα μέρη, και τελικά από τον χρόνο που χρειάζεται η Γη για μια περιστροφή γύρω από τον Ήλιο. Σήμερα, το δευτερόλεπτο καθορίζεται από τον ατομικό χρόνο, ο οποίος είναι ακριβής σε ένα μέρος στα 10 δισεκατομμύρια. Ο ατομικός χρόνος βασίζεται στις περιόδους ακτινοβολίας που παράγονται και απορροφώνται από τα άτομα, και ονομάζεται «συχνότητα υπερμετρικής μετάβασης» (Δν). Ένα δευτερόλεπτο ορίζεται σήμερα ως 9.192.631.770 περίοδοι ακτινοβολίας για ένα άτομο καισίου-133 και θα παραμείνει ουσιαστικά αμετάβλητο.
Τα πολλαπλάσια του δευτερολέπτου είναι:
1 λεπτό (min) = 60 δευτερόλεπτα (s)
1 ώρα (h) = 60 λεπτά (min) = 3.600 δευτερόλεπτα (s)
1 ημέρα = 24 ώρες (hours)
1 μήνας = 30 ημέρες
1 έτος = 12 μήνες = 365 ημέρες
1 αιώνας = 100 έτη.
1 χιλιετία = 1000 έτη.
Μέχρι στιγμής σε όσα μεγέθη έχουμε δει, για να πάμε από μία μονάδα στην επόμενη, είτε προς τα πάνω, είτε προς τα κάτω, έχουμε σταθερό βήμα (είτε 10, είτε 100, είτε 1000). Στον χρόνο όμως, τα βήματα είναι τελείως διαφορετικά.
Για να το καταλάβουμε, αυτό θα πρέπει να σκεφτούμε πάλι την ιστορία της μέτρησης του χρόνου και πώς αυτή εξελίχθηκε. Η λογική είναι η ίδια ακριβώς με τα άλλα συστήματα μέτρησης, μόνο που αυτή τη φορά το σύστημα είναι πολύ πιο πολύπλοκο.
Αρχικά οι άνθρωποι, όταν εξορίστηκαν να κατοικούν σ’ αυτόν τον πλανήτη με τα σώματα που έχουμε σήμερα και όχι να ζουν στο ανέσπερο φως του Παραδείσου, αντιλήφθηκαν πρώτα την εναλλαγή ημέρας και νύκτας. Και είδαν όπως λέει και ο Δαβίδ στον 135ο ψαλμό «τὸν ἥλιον εἰς ἐξουσίαν τῆς ἡμέρας, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·. τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας εἰς ἐξουσίαν τῆς νυκτός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ». Προσπαθώντας τώρα να εξηγήσουν, αγνοώντας όσα εμείς γνωρίζουμε για το διάστημα και τους πλανήτες, τα φαινόμενα αυτά, θεώρησαν ότι αυτά κάνουν ημικυκλική πορεία και άρα περιστρέφονται γύρω από την γη. Οπότε, αυτά κινούντα και όχι η γη.
Συνεπώς από τα πρώτα πράγματα που όρισαν και αντιλήφθηκαν ήταν το πόσο διαρκεί η μέρα και πόσο διαρκεί η νύχτα και προφανώς, με βάση και την κατασκευή του ηλιακού ρολογιού, για πολλούς αιώνες η μέτρηση γινόταν μόνο για τις ώρες της ημέρας και όχι της νύχτας, όπου οι περισσότεροι άνθρωποι κοιμόντουσαν και δεν εργάζονταν.
Μέχρι το 1500 π.Χ. οι Αιγύπτιοι είχαν αναπτύξει ένα ακόμη πιο εξελιγμένο ηλιακό ρολόι. Μια ράβδος σε σχήμα Τ τοποθετούνταν στο έδαφος και χάρη σε κάποιες ρυθμίσεις διαιρούσε το χρονικό διάστημα από την ανατολή έως τη δύση του Ηλίου σε 12 μέρη.
Αυτός ο διαχωρισμός αντικατόπτριζε τη χρήση του δωδεκαδικού αριθμητικού συστήματος από τους Αιγύπτιους –η σημασία του αριθμού 12 έγκειται στο γεγονός ότι ισοδυναμεί με τον αριθμό των σεληνιακών κύκλων μέσα σε ένα χρόνο
Ταυτόχρονα, όμως συνειδητοποιήσαν ότι υπάρχει και εναλλαγή εποχών, δηλαδή πόσο καιρό η θερμοκρασία είναι υψηλότερη και πόσο καιρό η θερμοκρασία είναι χαμηλότερη, το οποίο εξαρτάται από τελείως διαφορετικούς παράγοντες σε σχέση με την εναλλαγή μέρας και νύχτας. Άρα απαιτείτο ένα τελείως διαφορετικό σύστημα μέτρησης για τον καθορισμό αυτών.
Αυτό είναι το ημερολόγιο και το έτος.
Κάθε αρχαία ελληνική πόλη είχε τις δικές της ονομασίες για τους μήνες. Το αρχαίο Ελληνικό ημερολόγιο ήταν σέληνο-ηλιακό με μήνες που παρακολουθούσαν τις φάσεις της Σελήνης και κάθε 19 χρόνια προσέθεταν έναν εμβόλιμο μήνα.
Οι Αθηναίοι και πολλά άλλα ελληνικά κράτη, όπως και οι Βαβυλώνιοι και οι Κινέζοι, χρησιμοποιούσαν ένα ημερολόγιο που οι μήνες του ημερολογίου συμβάδιζαν με τους φυσικούς σεληνιακούς μήνες. Τα ονόματα των μηνών ήταν Εκατομβαίων, Μεταγειτωιών, Βοηδρομιών, Πυανοψιών, Μαιμακτηριών, Ποσειδεών, Γαμηλιών, Ανθεστηριών, Ελαφηβολιών, Μουνιχιών, Θαργηλιών, Σκιροφοριών. Τα ονόματα αυτά τα έπαιρναν από τις βασικές γιορτές που γίνονταν μέσα σε αυτή την περίοδο. Επειδή ο κάθε σεληνιακός μήνας διαρκεί 29,5 μέρες οι Αθηναίοι προσέθεταν κάθε 3 χρόνια έναν εμβόλιμο 13ο μήνα για να συμβαδίζουν οι μήνες με τις εποχές.
Οι Αθηναίοι διαιρούσαν επίσης τα έτη τους με βάση τον αριθμό των φυλών που είχαν πάρει τα ονόματα τους από μυθικούς ήρωες. Οι 12 φυλές αντιστοιχούσαν σε 12 μήνες. Όμως επειδή ο αριθμός των φυλών αυξομοιονώταν υπήρχαν συχνά προβλήματα. Δηλαδή, διατηρούσαν παράλληλα διαφορετικά ημερολόγια για θρησκευτική, γεωργική και άλλη οποιαδήποτε χρήση. Πολλές φορές από τους Αθηναίους συγκρινόταν το σεληνιακό ημερολόγιο με το ημερολόγιο του άρχοντος και μπορεί να υπήρχε διαφορά ακόμη και 20 ημερών.
Στις μέρες μας, το Γρηγοριανό ημερολόγιο έχει επικρατήσει σε παγκόσμιο επίπεδο. Πρόκειται για ένα ηλιακό ημερολόγιο, που ορίζει ότι ένα έτος διαρκεί όσο μια πλήρης περιστροφή της Γης γύρω από τον ήλιο. Κάθε έτος του Γρηγοριανού ημερολογίου χωρίζεται σε 12 μήνες και διαρκεί συνολικά 365 ημέρες ή 366 ημέρες όταν το έτος είναι δίσεκτο. Ο υπολογισμός των δίσεκτων ετών είναι αυστηρά καθορισμένος, με την επιπλέον ημέρα σε κάθε δίσεκτο έτος να προστίθεται ως τελευταία τον 2ο μήνα του έτους – τον Φεβρουάριο, που ήταν ο τελευταίος του έτους στο ρωμαϊκό ημερολόγιο.
Σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα, αξιοσημείωτα είναι και τα εξής:
– Η ημέρα για τους αρχαίους Έλληνες δεν ξεκινούσε τα μεσάνυχτα, αλλά με την δύση του ηλίου.
– Για τα αρχαία ελληνικά θρησκευτικά ημερολόγια ο μήνας ξεκινούσε με τη νέα σελήνη.
– Ο χωρισμός ενός έτους του Γρηγοριανού ημερολογίου σε 12 μήνες είναι μια παράδοση που πηγάζει από τα αρχαία σεληνιακά ημερολόγια. Όμως, σε αντίθεση με ότι ισχύει σήμερα, οι μήνες των αρχαίων ημερολογίων δεν είχαν σταθερό πλήθος ημερών (όπως π.χ. ο Σεπτέμβριος έχει σταθερά 30 ημέρες), αλλά η διάρκεια του κάθε μήνα κηρυσσόταν λίγο πριν το τέλος του, σε μια προσπάθεια να συμπέσει η έναρξη του επόμενου μήνα με τη νέα σελήνη.
– Η δυνατότητα που δινόταν στους αξιωματούχους του εκάστοτε κράτους να χειραγωγούν το ημερολόγιο, οδήγησε σε αδιανόητα, για τα σημερινά δεδομένα, συμβάντα. Αναφέρονται περιπτώσεις όπου κάποιος μήνας επιμηκυνόταν, με επανάληψη κάποιων από τις τελευταίες ημέρες του, με σκοπό την εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων. Αυτό φυσικά προκαλούσε τον αποσυγχρονισμό του ημερολογίου με τις φάσεις της σελήνης.
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν απαριθμούσαν τα έτη όπως γίνεται στο σύγχρονο ημερολόγιο. Για τα θρησκευτικά ζητήματα δεν υπήρχε λόγος να κρατήσουν ακριβείς καταγραφές. Για τα κρατικά ζητήματα οι ετήσιες καταγραφές γίνονταν με τη χρήση του ονόματος του «επωvύμου» αξιωματούχου του κράτους. Ο Τίμαιος ο Ταυρομενίτης, στα τέλη περίπου του 4ου αιώνα πΧ, καθιέρωσε το πανελλήνιο σύστημα χρονολόγησης με βάση τις Ολυμπιάδες, που χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στην ιστοριογραφία, αλλά δεν φαίνεται να άλλαξε κάτι σε τοπικό επίπεδο.
Και πώς φτάσαμε στα λεπτά και στα δευτερόλεπτα;
Έχουν κι αυτά σχέση με τον ήλιο ή μήπως όχι;
Οι Βαβυλώνιοι έκαναν τους αστρονομικούς υπολογισμούς τους με βάση το 60, ένα σύστημα που «κληρονόμησαν» από τους Σουμέριους, οι οποίοι το είχαν αναπτύξει περίπου γύρω στο 2000 π.Χ. Παρότι δεν είναι γνωστό γιατί επιλέχθηκε το 60, είναι ιδιαίτερα βολικό για την έκφραση κλασμάτων, καθώς ο αριθμός 60 είναι ο μικρότερος αριθμός διαιρετός από τους έξι πρώτους αριθμούς, όπως επίσης από το 10, το 12, το 15, το 20 και το 30.
Παρότι δεν χρησιμοποιείται πια για γενικούς υπολογισμούς, το σύστημα με βάση το 60 χρησιμοποιείται ακόμη για τη μέτρηση γωνιών, γεωγραφικών συντεταγμένων και για τη μέτρηση του χρόνου. Για την ακρίβεια, τόσο η κυκλική πρόσοψη των ρολογιών, όσο και η σφαίρα του πλανήτη οφείλουν τις διαιρέσεις τους σε ένα αριθμητικό σύστημα ηλικίας 4000 ετών, από την εποχή των Βαβυλωνίων.
Ο Έλληνας αστρονόμος Ερατοσθένης, ο οποίος έζησε περίπου στο 276 – 194 π.Χ., χρησιμοποίησε ένα αριθμητικό σύστημα με βάση το 60 για να χωρίσει έναν κύκλο σε 60 ίσα τμήματα, προκειμένου να διαμορφώσει ένα πρώιμο γεωγραφικό σύστημα γεωγραφικού πλάτους, με τις οριζόντιες γραμμές που «διέτρεχαν» γνωστά μέρη της Γης εκείνην την εποχή. Έναν αιώνα μετά ο Ίππαρχος ομαλοποίησε τις γραμμές γεωγραφικού πλάτους, κάνοντάς τις παράλληλες και σύμφωνα με τη γεωμετρία της Γης. Επινόησε ακόμη ένα σύστημα γραμμών μήκους που περιελάμβανε 360 μοίρες και που «έτρεχαν» από τον βόρειο στον νότιο πόλο.
Στην πραγματεία του, «Αλμαγέστη» (περίπου στο 150 μ.Χ.), ο Κλαύδιος Πτολεμαίος εξηγεί και προχωρά ακόμη παραπέρα το έργο του Ίππαρχου, υποδιαιρώντας κάθε μία από τις 360 μοίρες γεωγραφικού πλάτους και μήκους σε μικρότερα κομμάτια. Κάθε μοίρα χωρίστηκε σε 60 τμήματα, κάθε ένα από τα οποία υποδιαιρέθηκε σε 60 ακόμη μικρότερα. Η πρώτη κατηγορία, ή αλλιώς «πρώτο λεπτό» (partes minutae primae), έγινε γνωστή ως το «λεπτό». Η δεύτερη κατάτμηση, ή αλλιώς «δεύτερο λεπτό) (partes minutae secundae), έγινε γνωστή ως «δευτερόλεπτο».
Τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα, ωστόσο, δεν χρησιμοποιήθηκαν για τη διάρκεια του χρόνου κατά τη διάρκειας της ημέρας παρά μόνο αρκετούς αιώνες μετά την Αλμαγέστη. Τα ρολόγια της εποχής χώριζαν την ώρα σε μισά, σε τρίτα, τέταρτα, μερικές φορές μέχρι και σε 12 μέρη, αλλά ποτέ σε 60. Η ώρα δεν είχε συνδεθεί με τη χρονική διάρκεια των 60 λεπτών.
Δεν ήταν πρακτικό για τον γενικό πληθυσμό μέχρι την εμφάνιση των πρώτων μηχανικών ρολογιών, που εμφάνιζαν τα λεπτά, προς το τέλος του 16ου αιώνα. Ακόμη και σήμερα, πολλά ρολόγια (τοίχου ή χειρός) δείχνουν μόνο τα λεπτά και όχι τα δευτερόλεπτα. Χάρη στους αρχαίους πολιτισμούς που προσδιόρισαν και διατήρησαν τις υποδιαιρέσεις του χρόνου, οι σύγχρονες κοινωνίες αντιλαμβάνονται την ημέρα ως χρονικής διάρκειας 24 ωρών, ότι μια ώρα αποτελείται από 60 λεπτά και πως ένα λεπτό είναι ίσο με 60 δευτερόλεπτα.
Άρα τελικά, ναι, υπάρχει σχέση. Το κυκλικό σχήμα που επιλέχθηκε για τα ηλιακά ρολόγια και το οποίο έχει σχέση με την κίνηση του ήλιου στον ουρανό απετέλεσε τη βάση ώστε να χωριστεί η κάθε ώρα κατόπιν σε 60 ίσα τμήματα, βάσει γεωμετρίας και αργότερα, σε ακόμη μικρότερα, όσο μπορούσαν να υπολογίσουν εκείνη την εποχή, στα δεύτερα λεπτά.
Και πώς φτάνουμε κατόπιν στα δέκατα και τα εκατοστά και τα χιλιοστά του δευτερολέπτου, τα οποία ακολουθούν τελείως διαφορετική διαίρεση; Η απάντηση είναι σχετικά απλή, ότι εφόσον αυτός ο διαμερισμός προέκυψε εκ των υστέρων και δεν έχει άμεση σχέση με κάποιο φαινόμενο φυσικό, ακολουθεί την ίδια ακριβώς λογική με το μέτρο, τη μάζα ή άλλα φυσικά μεγέθη όπου ο άνθρωπος αυθαίρετα επέλεξε τους αριθμούς που τον βολεύουν καλύτερα να κάνει πράξεις και υπολογισμούς.