προσήλυτος> προς + έρχομαι: αυτός που προσέρχεται σε μια νέα (σε σύγκριση με την παλαιά του) πίστη ή ιδεολογία
Μιλώντας γιὰ τὴ θρησκεία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ξεκαθαρίσουμε ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ ἀρχαῖοι δὲν ἔδιναν ἕνα ὄνομα στὴ θρησκεία τους. Ὁ ὅρος εἰδωλολατρία εἰσήχθη στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὄχι ὡς ὄνομα τῆς ἑλληνικῆς θρησκείας, ἀλλὰ ὡς μέρος τῶν ἠθικῶν συνεπειῶν ποὺ ἔχει ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἂν καὶ ἡ λέξη ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀπόστολος ἕλκει τὴν καταγωγή της ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, πάντως δὲν ἀπαντᾶται στὴ μετάφραση τῶν Ο΄ οὔτε στὸν Φίλωνα τὸν Ἰουδαῖο ἢ σὲ ἄλλους ἑλληνόφωνους Ἑβραίους συγγραφεῖς τῆς ἐποχῆς, οὔτε βέβαια σὲ Ἕλληνες. Ἐκτὸς τοῦ Παύλου τὴ χρησιμοποιεῖ ὁ Πέτρος πάλι γιὰ νὰ ἐκφράσει ἠθικὴ παρεκτροπή, καὶ ἐν τέλει ἡ Ἀποκάλυψις, μὲ τὸ ἴδιο νόημα. Ὁ ὅρος εἰδωλολατρία, λοιπόν, δὲν ἀναφέρεται εἰδικῶς στὴ θρησκεία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀλλὰ ὅλων τῶν θρησκειῶν πέραν αὐτῆς ποὺ ἀποκαλύπτεται στὴ Βίβλο, καὶ εἶναι συνέπεια τῆς ἀπομάκρυνσης τοῦ κόσμου ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ὅρος παγανισμός, ἐξ ἄλλου, ἔχει καὶ αὐτὸς μὴ ἑλληνικὲς καὶ μᾶλλον ἀσαφεῖς ρίζες: προέρχεται ἀπὸ τὴ λατινικὴ λέξη paganus, τῆς ὁποίας τὸ νόημα δὲν εἶναι βέβαιο. Κατ’ ἄλλους σημαίνει χωριάτικο, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἀγράμματο, ἀπολίτιστο· ἀναφέρεται λοιπὸν στὴν ἐποχὴ ὅπου ὁ χριστιανισμὸς εἶχε πλέον ἐπικρατήσει στὶς πόλεις καὶ τοὺς διανοούμενους, κι ἔμεναν οἱ pagani, οἱ χωριάτες, νὰ τὸν ἀρνοῦνται. Ἄλλοι ἑρμηνεύουν τὴ λέξη ὡς σημαίνουσα τοὺς πολίτες σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς στρατιῶτες, κι ἄλλοι ὅτι σημαίνει τοὺς «ἐκτός», ἐκτὸς χριστιανισμοῦ. Ὁ ὅρος ἐμφανίζεται ἐπίσημα γιὰ πρώτη φορὰ σὲ διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορος Βαλεντινιανοῦ τὸ 368, ποὺ σημαίνει ὅτι ἦταν ἤδη σὲ κοινὴ χρήση, καὶ δηλώνει τὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες.
Οἱ ἀρχαῖοι, καθὼς ἐλέχθη, δὲν εἶχαν κάποιον ὅρο γιὰ τὴ θρησκεία τους. Δὲν ἔλεγαν ποτέ, «εἴμαστε αὐτό», μὲ τὸν τρόπο ποὺ λέμε ἐμεῖς «εἴμαστε χριστιανοί». Κι αὐτό, διότι ἡ εὐσέβεια πρὸς τοὺς θεούς, δὲν ἀποτελοῦσε ἔκφραση τῆς προσωπικότητος τοῦ λατρεύοντος τὸν θεό. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, τιμοῦσαν τοὺς θεοὺς ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ διανοηθοῦν ὁμολογία πίστεως. Γι’ αὐτό, ἂν θέλουμε νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς, πρέπει νὰ μιλᾶμε γιὰ ἀρχαία ἑλληνικὴ θρησκεία. Οἱ ἄλλοι ὅροι, εἰδωλολατρία καὶ παγανισμός, εἶναι δικαιωμένοι ἀπὸ τὴ μακρὰ χρήση, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, δὲν ἀναφέρονται εἰδικῶς στὴ θρησκεία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων.
Ὡστόσο, ἂν καί ἡ θρησκεία δὲν περιέγραφε χαρακτηριστικὰ τοῦ θρησκευόμενου ἀτόμου, θὰ ἦταν σοβαρὸ λάθος νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας δὲν ἔνιωθε τὴν παρουσία τοῦ θεοῦ στὴν ζωή του. Ἡ συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ θείου, ἄλλωστε, μᾶς ἐπιτρέπει νὰ μιλᾶμε γιὰ θρησκεία τῶν Ἑλλήνων. Διότι ἡ θρησκεία προϋποθέτει πίστη στὴν ὕπαρξη θεοῦ παρεμβαίνοντος στὰ ἀνθρώπινα μὲ τὸν τρόπο καὶ τὴν ὥρα ποὺ αὐτὸς κρίνει Δὲν ὑπάρχει θρησκεία, ἐὰν ὑπάρχει μὲν πίστη στὴν ὕπαρξη θεοῦ, ὄχι ὅμως πεποίθηση ὅτι ὁ Θεός ἀναμιγνύεται στὰ ἀνθρώπινα. Ἡ πίστη στὴν ὕπαρξη ἑνὸς «ἀνωτέρου ὄντος», ξένου πρὸς «τὰ ἀσήμαντα» τῆς ζωῆς μας, δὲν ἀποτελεῖ θρησκεία ἀλλὰ φιλοσοφικὴ διδασκαλία.
Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ ἀρχαῖοι, δὲν θεώρησαν ποτέ ὡς θρησκευτικὰ κείμενα τὶς περὶ θεοῦ διδασκαλίες τῶν φιλοσόφων. Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ὀνόμαζαν ἄθεο τὸν Ἐπίκουρο, ἀφοῦ δίδασκε πώς οἱ θεοὶ ναὶ μὲν ὑπάρχουν, ἀλλὰ δὲν παρέμβαίνουν στὰ φθαρτὰ τῆς φύσεως καὶ τῶν ἀνθρώπων! Ἀντίθετα, θεωροῦσαν προσβολὴ τὴν ἀμφισβήτηση τῶν πατρώων παραδόσεών τους, προσβολὴ ποὺ τιμωροῦσαν πολὺ σκληρά. Ἡ περίπτωση τοῦ Σωκράτη εἶναι ἡ πιὸ γνωστή, κάθε ἄλλο ὅμως παρά ἡ μοναδική.
Ἡ λέξη θρησκεία, παράγεται πιθανῶς ἀπὸ τὴ ρίζα θρε ἀπ’ ὅπου καὶ τὸ θρέομαι, ποὺ σημαίνει προσεύχομαι. Ἀπὸ τὴν πιθανὴ αὐτὴ ρίζα θεωρεῖται ὅτι ἔρχεται καὶ ὁ θρῆνος. Ἡ ρίζα, στὰ σανσκριτικά, δηλώνει φωνάζω – ἡ λέξη λοιπὸν μᾶς πηγαίνει στὴν οἰμωγή, στὸν γόο (ἀπ’ ὅπου καὶ τὸ γόης), στὸν ἐπικήδειο γοερὸ θρῆνο καὶ τὶς τελετὲς γιὰ τὸν νεκρό, ποὺ συνιστοῦν τὴν ἀρχαιότερη λατρευτικὴ ἐκδήλωση. Δὲν εἶναι βέβαια ἄμοιρο σημασίας ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες θεωροῦσαν ὡς πρῶτο διδάσκαλο τῆς θρησκείας τοὺς τὸν Λίνο, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔλεγαν ὅτι συνέγραψε θρήνους.
Στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα, βλέπουμε τὴ θρησκεία νὰ δημιουργεῖται μέσα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς ρήξης μὲ τὸ θεό. Πράγματι, συναντᾶμε καὶ στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες τὴν ὀντολογικὴ τοῦ ἀνθρώπου τραυματικὴ ἐμπειρία τῆς πτώσης, τῆς βαθύτερης καὶ ἀνερμήνευτης αἴσθησης ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ἀρχίζει ὡς συνέχεια καὶ συνέπεια τῆς ἀπώλειας τῆς ἄμεσης σχέσης του μὲ τὸν θεό. Ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς δημιουργίας του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀποκτᾶ συνείδηση τοῦ χαμοῦ του.
Τόσο γιὰ τὴ Βίβλο ὅσο καὶ γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες, ὑπῆρξε περίοδος ὅπου ὁ ἄνθρωπος εἶχε ἄμεση καὶ προσωπικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ θεό, ζοῦσε μὲ τὸν θεό: «μαζὶ τότε τρώγαν, μαζὶ καθόντουσταν οἱ ἀθάνατοι θεοὶ κ΄ οἱ θνητοὶ ἄνθρωποι», γράφει ὁ Ἡσίοδος, Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν θεό, μὲ ὅλες τὶς δυστυχίες ποὺ αὐτὸ συνεπάγεται, εἶναι καὶ γιὰ τοὺς εἰδωλολάτρες Ἕλληνες, τὸ προϊόν τοῦ ψεύδους, τοῦ ψευδοῦς λόγου τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν θεό, εἶναι συνέπεια τῆς προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐξαπατήσει τὸν θεό. Κατ’ ἀκολουθίαν, ὁ θρῆνος καὶ ἡ θυσία, «ὑπενθυμίζει στὸν ἄνθρωπο ὅτι δὲν εἶναι πιὰ ὁμοτράπεζος τῶν θεῶν ἀλλὰ ἀρκεῖται σὲ προσφορὲς ἐξ ἀποστάσεως».
Κάθε μελετητὴς βλέπει ὅτι ἡ συνείδηση τῆς ἐνοχῆς καὶ ρήξης στὶς σχέσεις ἀνθρώπου-θεοῦ, δὲν εἶναι ἀποκλειστικὰ ἑβραϊκή, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ ἰδεομανεῖς τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλὰ καὶ ἑλληνικὴ ἐπίσης.
Οἱ χριστιανοὶ βλέπουμε τὸν πρῶτο θρῆνο γιὰ τὸν θάνατο νὰ τὸν λέει ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὅταν ἀπευθύνεται στὸν ὄφιν, τὴν Εὔα καὶ τὸν Ἀδάμ, ἀπαγγέλλοντας ὅλο θλίψη καὶ ὀδύνη τὴν ποινὴ τῆς ἁμαρτίας, τὸν θάνατο. Ὁ θάνατος γιὰ τὸν ὁποῖο μιλάει καὶ τὸν ὁποῖο περιγράφει ὁ Θεὸς στὸν θρήνο αὐτόν, δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν ὥρα τοῦ βιολογικοῦ τέλους, ἀλλὰ προσδιορίζει κυριαρχικὰ πλέον τοὺς ὅρους ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου: ὁ Θεὸς ἀναγγέλλει, καὶ ἐν ταυτῷ ὁρίζει τὴν εἴσοδο τοῦ θανάτου μέσα στὴ φύση καὶ τὴν ἱστορία.
Ἰδιαίτερη σημασία πρέπει νὰ ἀποδοθεῖ στὶς προσευχὲς ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὸν θάνατο. Ὑπῆρχε εἰδικὴ προσευχή, ἡ ἀρά (σήμερα θὰ λέγαμε κατάρα), μὲ τὴν ὁποία ὁ γνωρίζων νὰ τὴ συνθέτει, ὁ ἀρητήρ, ζητοῦσε ἀπὸ τὸν θεὸ τὴν τιμωρία τοῦ ἀδικοῦντος, ἀκόμη καὶ τὴν ποινὴ τοῦ θανάτου. Ἡ Ἰλιάδα, οὐσιαστικὰ ἀρχίζει μὲ προσευχή, στὴν ὁποία ὁ πιστὸς ἀπευθύνεται στὸν Θεὸ καί διατυπώνει ὁ ἀρητήρ ἱερέας τοῦ Ἀπόλλωνα Χρύσης, προσεύχεται στὸν Θεό, στὴν ἀμμουδιὰ τῆς πολυκύμαντης θάλασσας, πλάι στὰ καράβια τῶν Ἀχαιῶν, ζητώντας τὸν θάνατο τῶν Ἑλλήνων ὡς ποινή, ὡς τιμωρία τους γιὰ τὸ ἁμάρτημα νὰ ἁρπάξουν τὴν κόρη του. Ὁ Ὅμηρος μᾶς δίνει πολλὲς σπουδαῖες προσευχές, τόσο στὴν Ἰλιάδα ὅσο καὶ στὴν Ὀδύσσεια, ποὺ μᾶς βοηθοῦν νὰ προσεγγίσουμε τὴν ψυχὴ τῶν Ἑλλήνων τῆς πρωτοῖστορίας. Μιὰ ἰδιαίτερα συγκινητικὴ προσευχὴ ἀπευθύνει ὁ Ἀχιλλέας στὴ θεὰ μητέρα του, ἁπλώνοντας τὰ χέρια καὶ κλαίγοντας, καθὼς ζητᾶ τιμωρία τοῦ Ἀγαμέμνονα.
Οἱ ἀρὲς φανερώνουν ὅτι γιὰ τὸν ἀρχαῖο, ὅπως καὶ γιὰ τὸν χριστιανό, ὁ θάνατος εἶναι ὄχι ἁπλῶς ποινή, ἀλλὰ καὶ ὄργανο τῆς θείας δικαιοσύνης. Ἔτσι, ἂν καὶ δὲν ἔχουμε κάποιο κείμενο στὸ ὁποῖο θὰ βλέπαμε τὸν ἀρχαῖο Ἕλληνα νὰ ἀποδέχεται ρητὰ τὴν εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸ ἀρχικό τοῦ σφάλμα ἔναντι τοῦ θεοῦ, οἱ ἀρὲς μένουν ἔμμεσες μαρτυρίες γι’ αὐτό.
Θὰ βλέπαμε ἀκόμη περισσότερα, ἂν ἐρευνούσαμε ἐπισταμένως, καὶ μὲ κέντρο τὴ σχέση θεοδιἀνθρώπου, τὶς προσευχὲς μὲ αἴτημα τὴν ἀποτροπὴ τοῦ θανάτου, ὅπως ἐπίσης τὰ ἄσματα τοῦ θανάτου, τὰ γνωστά μας μοιρολόγια.
Νομίζω πώς οἱ νεκρώσιμοι θρῆνοι δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀπεῖχαν πολὺ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ γίνονται καὶ σήμερα σὲ περιοχὲς ὅπου διατηρεῖται ἡ παράδοση στὴ Μάνη, λ.χ. Γνωρίζουμε ὅτι ὅπως καὶ σήμερα, ἔτσι καὶ τότε, τὶς κραυγὲς καὶ τὰ ξεφωνητὰ τῶν συγγενῶν, τὶς οἰμωγὲς καὶ τοὺς γόους, ἀκολουθοῦσαν τὰ μοιρολόγια, τὰ ὁποῖα ἔλεγαν γυναῖκες μὴ συγγενεῖς, ἀλλὰ εἰδικευμένες σὲ αὐτὸ τὸ ἔργο. Τὰ μοιρολόγια, ὅπως καὶ τὸ μανιάτικο μοιρολόϊ, ἦσαν ἐκτενῆ ποιήματα, μὲ ρυθμικὴ μουσικὴ μονοπονία, ποὺ ἀκολουθοῦσε παραδοσιακὰ πρότυπα. Μερικὲς φορές, ἡ μάνα ἢ ἡ σύζυγος τοῦ νεκροῦ, τοῦ μιλοῦσαν σὰν νὰ ἦταν ζωντανός δὶ ὅπως συμβαίνει καὶ σήμέρα.
Πολλὰ ἀπὸ τὰ μοιρολόγια, δὲν περιορίζονταν σὲ ἐπαίνους τοῦ νεκροῦ, ὅπως π.χ. συμβαίνει μὲ τὸ μοιρολόϊ τῆς Ἀνδρομάχης γιὰ τὸν Ἕκτορα, ἀλλὰ περιεῖχαν προτροπὲς γιὰ τὸ τί πρέπει νὰ κάνει ἡ οἰκογένεια ἢ ἡ κοινότητα, προκειμένου νὰ δικαιώσει ἢ νὰ ἐκδικηθεῖ τὸν νεκρὸ ἢ νὰ τηρήσει τὴν παράδοση χωρὶς νὰ ἀνοίξει τὸ δρόμο σὲ καινούργια σχήματα, σὲ ἀνατροπές. Τὸ βλέπουμε αὐτὸ ἐπίσης στὰ μανιάτικα μοιρολόγια, καὶ ἰδίως ὅταν τὸ μοιρολόϊ πιέζει γιὰ τὴν τήρηση τῆς βεντέτας.
Τὰ τμήματα τῶν μοιρολογιῶν ποὺ ἐξέφραζαν τοὺς κανόνες τῆς κοινότητας τοὺς ὁποίους εἶχαν θέσει οἱ προπάτορες, ἦσαν διατυπωμένα ἔτσι ὥστε νὰ διευκολύνεται ἡ ἀποστήθισή τους. Λέγονταν θέμιστες, καὶ ἀργότερα Θεσμοί. Περιεῖχαν, σὲ τελετουργικὲς φράσεις, κανόνες ποὺ ρύθμιζαν τὴν περιουσία, τὴν οἰκογένεια καὶ τὶς ὑποχρεώσεις της, μέσα στὴ φυλὴ ἢ τὴ φρατρία κλπ, τῶν ὁποίων τὴν τήρηση δέσμευαν μὲ ὄρκους καὶ κατάρες.
Μνήμη τῆς ἱερότητας αὐτῶν τῶν ἀσμάτων εἶναι καὶ ὁ σεβασμός μας στοὺς θεσμούς, ὅπως καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι θεωροῦμε ἱεροσυλία τὴν προσβολή τους.