– Στὰ Φάρασα, θεῖε, μιλοῦσαν τουρκικά;
– Στὴν περιοχή μας, γιέ μου, τὰ Φάρασα ἦταν τὸ μόνο ἀμιγὲς ἑλληνικὸ χριστιανικὸ χωριό, ὅπου δὲν μιλοῦσαν τουρκικά. Μιλοῦσαν τὰ φαρασιώτικα, ποὺ εἶχαν ὡς βάση τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ εἶχαν ὁμοιότητες μὲ τὴν κυπριακὴ διαλέκτο. Ἡ προφορὰ ἔμοιαζε καὶ μὲ τὴν κρητική. Ὑπῆρχαν βέβαια καὶ τρεῖς οἰκογένειες Τούρκων. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως καὶ αὐτὲς ἀφομοιώθηκαν μὲ τοὺς Φαρασιῶτες. Μιλοῦσαν τὰ φαρασιώτικα καὶ συμμετεῖχαν σὲ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις μας.
– Πατέρα, λένε μερικοὶ ὅτι στὸν Βαρασὸ τὰ παιδιὰ μάθαιναν γράμματα ἀπὸ τοὺς παπάδες. Δὲν εἴχατε σχολεῖα καὶ δασκάλους;
– Σχολεῖα πάντα ὑπῆρχαν στὸν Βαρασό, ἀλλὰ οἱ Τοῦρκοι στὰ παλαιὰ χρόνια δὲν ἄφηναν νὰ λειτουργήσουν τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἔτσι τὰ παιδιὰ μάθαιναν κρυφὰ ἀνάγνωση καὶ γραφὴ ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς ἐκκλησίας, ἀπὸ τοὺς παπάδες. Ἀργότερα, ὅταν ἡσύχασαν κάπως τὰ πράγματα, ἄνοιξαν τὰ σχολεῖα καὶ Βαρασιῶτες δάσκαλοι μάθαιναν γράμματα στὰ παιδιά. Γυμνάσιο ὅμως δὲν εἴχαμε. Πολλοὶ δάσκαλοι ἦταν παπαδάσκαλοι […].
Στὰ δικὰ μας τὰ χρόνια δάσκαλος στὸν Βαρασὸ ἦταν ὁ Χατζεφεντής […].
Ὁ Παΐσιος (Μητροπολίτης Καισαρείας Παΐσιος Β΄ 1777-1871) ἤξερε ὅτι τὰ Φάρασα εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ δάσκαλο. Ἤξερε ἐπίσης καὶ τοὺς κινδύνους ποὺ διέτρεχαν τὰ ὀρθόδοξα χριστιανικὰ χωριὰ ἀπὸ τοὺς πλανόδιος πλάνους τοῦ Παπισμοῦ. Ἔτσι θεώρησε τὸν Χατζεφεντὴ (δηλ. τὸν Ἅγιο Ἀρσένιο ἐκ Φαράσων) ὡς τὸν πλέον κατάλληλο νὰ ἀναλάβει στὸν Βαρασὸ τὸ ἔργο τοῦ παπᾶ καὶ τοῦ δασκάλου […].
Στὴν ἀρχὴ τὰ παιδιὰ μάθαιναν τὸ ἀλφάβητο καὶ τὸν συλλαβισμὸ ἀναλυτικά. Ἔλεγαν δηλαδὴ ἄλφα, βῆτα, γάμμα καὶ συλλαβίζανε: «βήτ’ ἄλφα βά, βήτ’ ἔψιλον βέ».
Τὸ σύστημα ἀυτὸ τὸ ἔλεγαν «’πὸ πουκάτου». «Ψαλλαίνω ‘πὸ ‘πουκάτου» ἔλεγαν τὰ παιδιὰ καὶ ἐννοούσαν τὸν συλλαβισμό. «Ψαλλαίνω ‘πὸ ‘πάνου» ἔλεγαν γιὰ τὴν ἀνάγνωση. Ἀφοῦ μάθαιναν νὰ διαβάζουν τὰ ἑλληνικά, μάθαιναν καὶ τοὺς ἀριθμούς, τις τέσσερις πράξεις, τὴν τουρκικὴ καὶ ἀρμενικὴ γραφὴ καὶ ἀνάγνωση. Βιβλία εἶχαν τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν Ὀκτώηχο, τὸ Ψαλτήρι, τὴν Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη καὶ βίους Ἁγίων.
Ἔκαναν καὶ μάθημα ζωγραφικῆς.
Ὁ Χατζεφεντὴς τοὺς ἔδειχνε μιὰ τυπωμένη εἰκόνα Ἁγίου ἢ ζωγράφιζε ὁ ἴδιος δυὸ-τρεῖς Ἁγίους σὲ χαρτί, τὸ κολλοῦσε στὸν πίνακα καὶ ἔλεγε στὰ παιδιά: «Φτιάξτε ὅποια εἰκόνα σᾶς ἀρέσει».
Τὰ παιδιὰ ἔφερναν μαζί τους μέσα σὲ μπουκαλάκια μελάνες μὼβ φτιαγμένες μὲ λαλέδες, ποὺ εἶναι εἶδος κρίνου, κίτρινες φτιαγμένες ἀπὸ βρασμένες φλούδες ροδιοῦ, μαῦρες ἀπὸ καπνιὰ καὶ κόκκινες ἀπὸ ριζάρι. Εἶχαν καὶ πένες ἀπὸ νεροκάλαμα ἢ ἀπὸ φτερὰ ἀετοῦ, κι ἔτσι ζωγράφιζαν.
Ἀπὸ τὸ βιβλίο:
«Τὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας – Μνῆμες Φαρασιωτῶν γερόντων»
Ἔκδοση Ἡσυχαστηρίου Μοναζουσῶν «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος»