Μάνα μου τα, μάνα μου τα κλεφτόπουλα
τρώνε και τραγουδάνε, άιντε πίνουν και γλεντάνε.
Μα ένα μικρό μα ένα μικρό κλεφτόπουλο
δεν τρώει, δεν τραγουδάει, βάι δεν πίνει δε γλεντάει.
Μόν’ τ’ άρματα, μόν τ’ άρματά του κοίταζε,
του τουφεκιού του λέει: Γεια σου Κίτσο μου λεβέντη,
Ντουφέκι μου, ντουφέκι μου περήφανο,
σπαθί μ ξεγυμνωμένο μια χαρά ήσουν το καμένο.
Πόσες φορές, πόσες φορές με γλίτωσες
απ’ των εχθρών τα χέρια κι απ’ των Τούρκων τα μαχαίρια.
Στα Τρίκορφα μες στη κορφή
Κολοκοτρώνης πολεμεί
μες στα Τρίκορφα στη ράχη
πάει το αίμα σαν αυλάκι
Κολοκοτρώνης φώναξε
Κι όλος ο κόσμος τρόμαξε
Του Νικηταρά φωνάζει
Και τους Τούρκους όλους σκιάζει
Πού’σαι μωρέ Νικηταρά
πού’χουν τα πόδια σου φτερά
Μες στους κάμπους πώς κοιμάσαι
και τους Τούρκους δεν φοβάσαι;
Ραγιά, καημένε μου Ραγια
για σήκω το κεφάλι.
Τη δόξα που ‘χες μια φορά
απόκτησέ την πάλι.
Ξύπνα, καημένε μου Ραγιά,
ξύπνα να δεις τη λευτεριά.
Διψούν οι κάμποι για νερό
και τα βουνά για χιόνια.
Διψούνε και για λευτεριά
οι σκλάβοι τόσα χρόνια.
Ξύπνα, καημένε μου Ραγιά,
ξύπνα να δεις τη λευτεριά.
Κοιμούμαι μ’ ένα όνειρο
ξυπνώ με μιαν ελπίδα.
Να δω κι εγώ μια μέρα φως
ελεύθερη πατρίδα.
Ξύπνα, καημένε μου Ραγιά,
ξύπνα να δεις τη λευτεριά.