Τραγούδια γράφονται για πολλούς λόγους, αλλά κατ’ εξοχήν γράφονται για γεγονότα που έχουν σχέση με τη χαρά και τη λύπη, τα θρηνητικά ή θρήνοι όπως λέγονται.
Τα πιο σημαντικά γεγονότα παλαιότερα όσον αφορά θρήνους ήταν η απώλεια εξεχόντων προσώπων ή μεγάλων πόλεων αλλά και εκτεταμμένων καταστροφών από επιδρομές και λεηλασίες. Η Πτώση ή Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 μ.Χ., από τον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή (που ονομάστηκε έτσι εξαιτίας αυτού του κατορθώματός του), ήταν το κατ’ εξοχήν θλιβερό γεγονός για την Ρωμιοσύνη, αν και η Κωνστνατινούπολη είχε αλωθεί και από τους Σταυροφόρους άλλη μια φορά το 1024 μ.Χ.
Ο λόγος ήταν επειδή η πτώση της αυτή τη φορά ήταν σε χέρια αλλοπίστων, που δεν θα σεβόντουσαν τα θρησκευτικά της σύμβολα και κτήρια (τις εκκλησίες δηλαδή) αλλά και διότι τα εδάφη της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ή Βυζαντινής όπως λέγεται, είχαν πλέον όλα κατακτηθεί από άλλους λαούς οπότε η πτώση αυτή τη φορά ήταν οριστική και δύσκολα θα την ξανά έπαιρναν οι Χριστιανοί, όπως και ισχύει. Τόσους αιώνες ακόμη παραμένει σε χέρια Οθωμανών.
«Ο Πορθητής εορτάζει τη νίκη του με ένα πλούσιο γεύμα που παραθέτει στους αξιωματικούς του. Τη χαρά και τα πανηγύρια, όμως, των κατακτητών, θα τα επισκιάσει ένα αναπάντεχο γεγονός: Την ώρα του γεύματος μία τεράστια ανοιχτή παλάμη εμφανίζεται στον τοίχο και προκαλεί φόβο και αναστάτωση στους συνδαιτυμόνες! Ειδικά τον Μωάμεθ τον λούζει κρύος ιδρώτας! «Τι ήταν αυτό; Μούντζα;» αναρωτιέται. Μία φοβερή σκέψη τριβελίζει το μυαλό του και του προκαλεί πανικό: «Μήπως ο Αλλάχ θέλει να μου δείξει ότι αποδοκιμάζει αυτό που έκανα, που κατέλαβα την πρωτεύουσα των Βυζαντινών; Μήπως αυτό ήταν σημάδι της οργής Του απέναντί μου;» Ο νεαρός Σουλτάνος (21 ετών!) δεν ξεχνά ότι η βιολογική του μητέρα ―η οποία πέθανε όταν ήταν μικρός―ήταν Χριστιανή· το ίδιο και η μητριά του, την οποία υπεραγαπούσε! Όλο το βράδυ δεν έκλεισε μάτι από τη στενοχώρια του. Το πρωί, πριν ακόμα ξημερώσει, διατάζει να του φέρουν μπροστά του όλους τους ιμάμηδες και τους σοφούς του στρατού του. Αυτοί, όμως, ομολογούν ότι αδυνατούν να εξηγήσουν το όραμα. Τότε, κάποιοι τον πληροφορούν ότι στην Πόλη υπάρχει ένας άγιος μοναχός τον οποίο σέβονται και ευλαβούνται πολύ οι Χριστιανοί. Λίγες ώρες αργότερα μπροστά στον φοβερό σουλτάνο στέκεται ένας ταπεινός και ρακένδυτος καλόγερος. Το όνομα του Γεννάδιος. «Δώσε μου καιρό μία εβδομάδα για να προσευχηθώ στο Θεό μου και να σου απαντήσω» αποκρίνεται στον Τούρκο. Έτσι, μία εβδομάδα αργότερα λέει στον Μωάμεθ τα εξής φοβερά λόγια: «Με το όραμα αυτό, βασιλιά μου, ο Θεός σού στέλνει ένα μήνυμα: Ότι Αυτός σου έδωσε την Πόλη. Δεν την πήρες εσύ! Αν υπήρχαν έστω και πέντε αληθινοί Χριστιανοί στην Κωνσταντινούπολη, δεν θα την κατακτούσες!» Έτσι, εξηγούνται, λοιπόν, τα πέντε δάκτυλα της ανοιχτής παλάμης που είδε ο Πορθητής!
Αγιορείτη μοναχού Μαξίμου Ιβηρίτη, «Το όραμα του Μωάμεθ Β΄ –
Ο νεαρός Σουλτάνος εντυπωσιάστηκε από την απάντηση του μοναχού, αλλά και ανακουφίστηκε. Ηρέμησε ψυχολογικά. «Ζήτησε μου ό,τι θες και θα σου το δώσω» τού υποσχέθηκε, ευχαριστημένος. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Γεννάδιος ζήτησε από τον σουλτάνο να φερθούν οι κατακτητές καλά στους Χριστιανούς· να μην τους καταπιέζουν. Λίγο αργότερα, «ψήφῳ κλήρου και λαού» ο Γεννάδιος Σχολάριος θα γίνει ο πρώτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μετά την Άλωση.»
Ο Γεννάδιος Σχολάριος στον Οικουμενικό Θρόνο».
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό το όραμα που έδωσε λαβή στο να δημιουργηθούν τραγούδια που θρυλούν ότι ο λαός μας θα ξαναπάρει την Κωνσταντινούπολη. Η Αγία Τράπεζα και το τέμπλο στο ναό της Αγίας Σοφίας λείπουν, όπως βλέπουν όσοι την επισκέπτονται ή και σε φωτογραφίες. Επίσης τα Χερουβίμ στον θόλο της Αγίας Σοφίας όπως και πολλά άλλα ψηφιδωτά, απ’ όταν έγινε από τους Τούρκους τζαμί, ήταν καλυμμένα ώστε να μη βλέπουν τις μορφές των Αγίων Προσώπων των Χριστιανών αλλά τώρα εμφανίζονται σιγά-σιγά, και υπάρχουν θρύλοι που λένε ότι όταν αποκαλυφθούν ορισμένα θα ξαναγύρισει η Πόλη στα χέρια των Ελλήνων.
Σ’ όλα τα μέρη της Ρωμιοσύνης, λοιπόν, μετά την πτώση: στη Μικρά Ασία και στον Πόντο, στην Θράκη, στην Ήπειρο, στη Ρούμελη και στον Μοριά αλλά και στα νησιά, άρχισαν να γράφονται τραγούδια για την πτώση, θρήνοι αλλά και για τους θρύλους ότι θα την ξανά πάρουμε. Ας πάμε να ακούσουμε μερικά.
Στίχοι:
«Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τα άγια
και δώστε λόγο στη Φραγκιά, την Πόλ’ επήρε ο Τούρκος
να ‘ρθουν να την αδειάσουνε, πράμμα να μην αφήσουν
[να πάρουν την Αγιά Σοφιά, με τα χρουσά τζη τέμπλα
να πάρουν το βαγγέλιο, τράπεζα των αγίων.]
Κ’ η Δέσποινα ως το άκουσε, τα αμμάθιαν τζ’ εδάκρυσαν
κι ο Μιχαήλ κι ο Γαβριήλ την επαρηγορούσαν:
[«Σώπασ’ αφέντρα και κυρά και μην πολοδακρύζεις
πάλε με χρόνια με καιρούς πάλε δικά μας θάναι».]
(τα εντός παρενθέσεων παραλείπονται)
Μουσική: Γεώργιος Λαμπελέτ (1875-1945)
Στίχοι: Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940)
Στην Αγιά Σοφιά αγνάντια βλέπω τα ευζωνάκια (2)
τα ευζωνάκια τα καημένα, στους πολέμους μαυρισμένα
κλέφτικο χορό χορεύουν και τ’ αντίπερα αγναντεύουν.
Κι αγναντεύοντας την Πόλη τραγουδούν και λένε (2)
τούτοι είν’ οι χρυσοί της θόλοι, αχ κατακαημένη Πόλη
να η μεγάλη εκκλησιά μας, πάλι θα γενούν δικά μας.
Στην κυρά τη Δέσποινά μας πες να μη λυπάται (2)
Στις εικόνες να μην κλαίνε, τα ευζωνάκια μας το λένε (2)
Κι ο παπάς που είναι κρυμμένος μες στο Άγιο Βήμα, (2)
τα ευζωνάκια δε θ’ αργήσει, να ‘βγει να τα κοινωνήσει
και σε λίγο βγαίνουν τ’ Άγια, μέσα σε μυρτιές και βάγια.
Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης
κι απ’ την πολλή την ψαλμουδιά, εσειότανε οι κολώνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να `βγει ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα:
“Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’ άγια,
παπάδες πάρτε τα ιερά και σεις κεριά σβηστείτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν’ στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να `ρτούνε τρία καράβια
το `να να πάρει το σταυρό και τ’ άλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο την Άγια Τράπεζά μας
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν”.
Η Δέσποινα ταράχτηκε κι εδάκρυσαν οι εικόνες.
“Σώπασε κυρά Δέσποινα και μη πολυδακρίζεις
πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα `ναι”.
Καλογριά μαγέ- μαγέρευε ψαράκια στο τηγάνι
και μια φωνή, ψιλή- ψιλή φωνή, απάνωθε της λέγει.
«Πάψε γριά το μαγερειό κι η Πόλη θα τουρκέψει,
κι ο Μουχαμπέτης1 θε να μπει στην Πόλη καβαλάρης».
«Όταν τα ψάρια πεταχτούν και βγουν και ζωντανέψουν
τότε κι ο Τούρκος θε να μπει κι η Πόλη θα τουρκέψει».
Τα ψάρια πεταχτήκανε, τα ψάρια ζωντανέψαν
κι ο Αμιράς2 εισέβηκεν στην Πόλη καβαλάρης.
1. Μουχαμπέτης ή Μουχαμέτης: ο Μωάμεθ
2. Αμιράς: Στρατηγός, ηγέτης (από το αραβικό amir ή τουρκοπερσικό emir)