Ξεχωριστή θέση κατέχουν τα τραγούδια που αναφέρονται σε γεγονότα ξεριζωμού ή γεγονότα καταστροφής και γενοκτονίας, όπως αυτή του Πόντου. Πάντοτε οι λαϊκοί τραγουδιστές, όμως, πέρα από την καταστροφή και την μαυρίλα, ψάχνουν να βρουν την αισιοδοξία και να δοξάσουν επίσης και τον ηρωισμό όσων θυσιάστηκαν στις αιματηρές εκείνες ήττες.
Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται σε παλαιότερη καταστροφή κάποιας πόλης-φρουρίου από τους Τούρκους στην περιοχή του Πόντου, αλλά δείχνει την σκληρότητα και την καταστροφή που επέφεραν οι Οθωμανοί Τούρκοι και η οποία δεν άλλαξε καθόλου αιώνες αργότερα, όταν κατέλαβαν όλην την περιοχή που πριν κατείχε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και πολύ αργότερα επιδόθηκαν στην απάνθρωπη τακτική της γενοκτονίας ώστε να νιώθουν ότι ο τόπος που κατέκτησαν τους ανήκει και κανείς δεν θα βρεθεί να τους πει ότι τον έκλεψαν και πρέπει να τον δώσουν πίσω.
Όλα τα κάστρα είδα κι όλα γύρισα
κι άμον του Ηλ’ το Κάστρον, κάστρον κ’ έτονε.
Σεράντα πόρτας είχεν κι όλια σίδερα
κι εξήντα παραθύρια κι όλια χάλκενα.
Και του γιαλού η πόρτα έτον μάλαμαν.
Τούρκος το τριγυρίζει, χρόνους δώδεκα,
μηδ’ εμπορεί να παίρει, μηδ’ αφήνει ατο.
Κι ένας μικρός τουρκίτσος, ρωμιογύριστος,
ρόκαν και ροκοτζούπιν βάλ’ σα μέσα του,
αδράχτι και σποντύλι παίρ’ σα χέρια του,
μαξιλαρίτσαν βάλει κι εμπροζώσκεται
κι εγέντονε γυναίκα, βαριασμένισσα.
Το Κάστρον ‘λογυρίζει και μοιρολογά
άνοιξον, πόρτα, άνοιξον, καστρόπορτα
άνοιξον να εμπαίνω, Τούρκοι διώχνε με
κι η κορ’ απέσ’ ακούει και καρδοπονά.
Κι άμον ντ’ ενοίγε η πόρτα, χίλιοι έτρεξαν
κι άμον ντ’ εκαλονοίγε, μύριοι έτρεξαν.
Κι άλλοι την κόρ’ αρπάζνε κι άλλοι τα φλουριά
κι από το παραθύρ’ η κορ’ επήδησε,
σε παλληκάρ’ αγκάλιας ψυχομάχησε.