Εἰς τὴν πόλιν Βηθανία, Μάρθα κλαίει καὶ Μαρία
Λάζαρον τὸν αδερφό τους, τὸν γλυκὺ καὶ καρδιακό τους.
Τρεῖς ἡμέρες τὸν θρηνοῦσαν καὶ τὸν ἐμοιρολογοῦσαν,
τὴν ἡμέρα τὴν Τετάρτη, κίνησε ὁ Χριστὸς γιὰ νά ‘ῤθει.
Τότε βγῆκε κὶ ἡ Μαρία ἔξω ἀπὸ τὴ Βηθανία,
ἂν ἐδῶ ἥσουν, Χριστέ μου, δὲν θὰ πέθαινε ὁ ἀδερφός μου.
Τότε κὶ ὁ Χριστὸς δακρύζει καὶ τὸν ᾌδη φοβερίζει:
«ᾌδη, Τάρταρε καὶ Χάρε, Λάζαρον ἦρθα νὰ πάρω».
«Ἔβγα ἔξω, Λάζαρέ μου, φίλε μου καὶ ἀγαπητέ μου».
Κὶ εὐθὺς ἀπὸ τὸν ᾌδη ὡς ἐξαίσιο σημάδι,
Λάζαρος ἀπενεκρώθῃ, ἀναστήθῃ καὶ σηκώθῃ
ζωντανός, σαββανωμένος καὶ μὲ τὸ κερὶ ζωσμένος.
Μαθηταῖ καὶ Ἀποστόλοι, τότε μαζευτήκαν ὅλοι,
Δόξα τῷ Θεῷ, φωνάζουν καὶ τὸν Λάζαρον ἐξετάζουν:
«Πὲς μᾶς, Λάζαρε, τὶ εἶδες, ‘κεῖ στὸν ᾌδη ποὺ ἐπῆγες;»
Εἶδα φόβους, εἶδα τρόμους, εἶδα βάσανα καὶ πόνους,
δῶστε μοῦ λίγο νεράκι, νὰ ξεπλύνω τὸ φαρμάκι,
τῆς καρδίας, τῶν χειλέων, καὶ μὴ μὲ ῥωτᾶτε πλέον»