Ο Κανών είναι ένα ποιητικό είδος της Βυζαντινής Μουσικής, που κυριάρχησε στην υμνογραφία της Εκκλησίας από τον 9ο αι. και αντικατέστησε το Κοντάκιο. Ψάλλεται στην ακολουθία τού Όρθρου και αλλού. Μεγάλοι δημιουργοί Κανόνων (κανονογράφοι) είναι ο Ανδρέας Κρήτης, ο Ιωάννης Δαμασκηνός και ο Κοσμάς ο Μελωδός.
Στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους στις ακολουθίες ψάλλονταν οι ωδές της Βίβλου, που είναι εννέα. Αργότερα, μετά από κάθε ωδή δημιουργήθηκε μία στροφή που συνδεόταν με αυτήν, ο ειρμός (είρω = συνδέω, ενώνω). Έπειτα προστέθηκαν στροφές σε κάθε ειρμό, που ψαλλόταν με τον τρόπο τού ειρμού, τα τροπάρια. Τέλος οι ωδές της Βίβλου παραλείφθηκαν και έμειναν μόνο οι ειρμοί με τα τροπάριά τους. Αυτό το σύνολο αποτέλεσε τον Κανόνα.
Είναι ένα σύστημα σύντομων τροπαρίων, που διατάσσονται σε εννέα ομάδες, τις ωδές. Το πρώτο τροπάριο κάθε ωδής λέγεται ειρμός και είναι το ποιητικό και μουσικό πρότυπο (κανόνας) για τα υπόλοιπα τροπάρια της ωδής, που ακολουθούν τον τρόπο (μέλος) του. Ο λόγιος Θεοδόσιος ο Γραμματικός (8ος-9ος αι.) μας έδωσε τον τρόπο σύνθεσης τού κανόνα: “ἐάν τις θέλῃ ποιῆσαι Κανόνα, πρῶτον δεῖ μελίσαι τὸν εἰρμόν, εἴτα επαγαγεῖν τὰ τροπάρια ἰσοσυλλαβούντα καὶ ὁμοτονοῦντα τῷ εἰρμῷ καὶ τὸν σκοπὸν ἀποσώζοντα”. Συμπεραίνουμε ότι οι πρώτοι ποιητές ήταν και μελωδοί, δηλ. έγραφαν και το μέλος. Η σύνδεση των τοπαρίων τού Κανόνα είναι εξωτερική: με την ακροστιχίδα (αν υπάρχει) και με το εφύμνιο (χρησιμοποιείται σπάνια). Έτσι υπάρχει μεγάλη ελευθερία· σε σχέση με τη μονοτονία τού παλαιού Κοντακίου, ο Κανόνας παρουσιάζει μεγάλη ποιητική και μουσική ποικιλία. Αυτός είναι ο λόγος που επιβλήθηκε και εκτόπισε γρήγορα το Κοντάκιο.
Η μελοποίηση των ειρμών των περισσότερων Κανόνων καταγράφεται σε ιδιαίτερο βιβλίο, το Ειρμολόγιον.
ᾨδὴ α΄. Ἦχος δ΄. Ὁ Εἱρμός.
» Ἀνοίξω τὸ στόμα μου, καὶ πληρωθήσεται πνεύματος,
» καὶ λόγον ἐρεύξομαι, τῇ βασιλίδι Μητρί·
» καὶ ὀφθήσομαι, φαιδρῶς πανηγυρίζων,
» καὶ ᾄσω γηθόμενος, ταύτης τὰ θαύματα.
Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον, ἐσφραγισμένην σε Πνεύματι,
ὁ μέγας Ἀρχάγγελος, Ἁγνὴ θεώμενος,
ἐπεφώνει σοι· Χαῖρε χαρᾶς δοχεῖον,
δι᾿ ἧς τῆς Προμήτορος, ἀρὰ λυθήσεται.
Ἀδὰμ ἐπανόρθωσις, χαῖρε Παρθένε Θεόνυμφε,
τοῦ ᾍδου ἡ νέκρωσις· χαῖρε πανάμωμε,
τὸ παλάτιον, τοῦ μόνου Βασιλέως·
χαῖρε θρόνε πύρινε, τοῦ Παντοκράτορος.
Ῥόδον τὸ ἀμάραντον, χαῖρε ἡ μόνη βλαστήσασα·
τὸ μῆλον τὸ εὔοσμον, χαῖρε ἡ τέξασα·
τὸ ὀσφράδιον, τοῦ πάντων Βασιλέως·
χαῖρε Ἀπειρόγαμε, κόσμου διάσωσμα.
Ἁγνείας θησαύρισμα, χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐκ τοῦ πτώματος,
ἡμῶν ἐξανέστημεν· χαῖρε ἡδύπνοον,
κρίνον Δέσποινα, πιστοὺς εὐωδιάζον·
θυμίαμα εὔοσμον, μύρον πολύτιμον.
Το θέμα των τροπαρίων είναι βέβαια το θέμα της εορτής, ενώ το θέμα των ειρμών είναι αυτό της ωδής της Βίβλου:
α΄ ωδή: η διάβαση της Ερυθράς θάλασσας· τού Μωυσή
β΄ ωδή: ο Μωυσής παραδίδει τις πλάκες τού Νόμου
γ΄ ωδή: η στείρα Άννα η προφήτιδα συλλαμβάνει τον Σαμουήλ, τον μετέπειτα κριτή
δ΄ ωδή: η προσευχή τού Αββακούμ
ε΄ ωδή: η προσευχή τού προφήτη Ησαΐα μετά το όραμά του
ς΄ ωδή: η προσευχή τού προφήτη Ιωνά εντός τού κήτους
ζ΄ ωδή: ο ύμνος των Τριών παίδων όταν όδευαν προς την Κάμινο
η΄ ωδή: ο ύμνος των Τριών παίδων εντός της Καμίνου
θ΄ ωδή: η προσευχή της Θεοτόκου κατά την συνάντησή της με την Ελισάβετ και η προσευχή τού Ζαχαρία (γονείς τού Ιωάννη τού Προδρόμου).
Οι ποιητές προσπαθούν συχνά να συνδέσουν τα δύο θέματα και παρά τα προκαθορισμένα πλαίσια το επιτυγχάνουν με ευφυή τρόπο, π.χ. ο Κοσμάς ο Μελωδός στον Κανόνα τού Μ. Σαββάτου αναφέρει, ότι οι παίδες (απόγονοι) αυτών που σώθηκαν (με τη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας) έκρυψαν στη γη (θανάτωσαν) αυτόν (τον Χριστό) που έκρυψε τον διώκτη τους τύραννο (φαραώ) υπό το κύμα της θάλασσας:
«Κύματι θαλάσσης, Τὸν κρύψαντα πάλαι
διώκτην τύραννον, ὑπὸ γὴν ἐκρυψάν
των σεσωσμένων οἱ παίδες· ἀλλ’ ἡμεῖς ὡς αἱ νεάνιδες
τῷ Κυρίῳ ᾄσωμεν· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.»
Ο Ανδρέας Κρήτης χρησιμοποιεί την β΄ ωδή, σύντομα όμως επικράτησε να μην χρησιμοποιείται, ίσως για το πένθιμο τού περιεχομένου της: ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο Κοσμάς ο Μελωδός δεν την χρησιμοποιούν.
Το σταθερό αυτό γνώρισμα των Κοντακίων, συναντάται μερικές φορές στους Κανόνες: ο Ανδρέας Κρήτης δεν τη χρισιμοποιεί, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός τη χρησιμοποιεί σπάνια και ο Κοσμάς ο Μελωδός πάντα. Οι μεταγενέστεροι τη συνηθίζουν. Η πεζή ακορστιχίδα των Κοντακίων είναι στους Κανόνες έμμετρη, προσωδιακή. Αποτελεί ένα ιαμβικό τρίμετρο, που συχνά επεκτείνεται με το όνομα τού υμνογράφου ή δακτυλικό εξάμετρο ή δύο στίχους ή λογοπαίγνιο.
Η ακροστιχίδα του κανόνος του ακαθίστου είναι η εξής: «Χαράς δοχείον, σοι πρέπει χαίρειν μόνη. Ιωσήφ». Δεν μετράμε τα γράμματα των ειρμών στην ακροστιχίδα.
Επίσης σταθερό γνώρισμα των Κοντακίων, το εφύμνιο σχεδόν αγνοείται από τον Ανδρέα Κρήτης και τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Στους μεταγενέστερους μόλις διαφαίνεται, μάλλον συμπτωματικά παρά σκόπιμα. Είναι στοιχείο εντελώς δευτερεύον.
Εφύμνια λέγονται οι προτάσεις που λέγονται αναμεταξύ των τροπαρίων όπως: Ἅγιε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν, ή Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς, ή Δόξα σοι ὁ Θεός ἡμῶν, δόξα σοι.
Η έκταση τού Κανόνα στον Ανδρέα Κρήτης είναι μεγάλη: ο Μέγας Κανών έχει 250 τροπάρια και είναι ο μεγαλύτερος Κανόνας που υπάρχει· η έλλειψη ακροστιχίδας τού δίνει ελευθερία σύνθεσης. Γενικά οι Κανόνες έχουν 3-5 τροπάρια σε κάθε ωδή και είναι μικρότεροι των Κοντακίων.
Συνηθίζεται το τελευταίο τροπάριο κάθε ωδής (παρεκτός των κανόνων που αναφέρονται στη Θεοτόκο) να αναφέρεται στη Θεοτόκο και έτσι ονομάζεται Θεοτοκίον. Στους Κανόνες των Παθών, αναφέρεται στη Σταύρωση και τη Θεοτόκο και το τροπάριο λέγεται Σταυροθεοτοκίον. Πολλές φορές τα πρώτα γράμματα των Θεοτοκίων σχηματίζουν το όνομα τού υμνογράφου.
Κανών α’. ᾨδὴ α’. Ἦχος β’.
Τὴν Μωσέως ᾠδὴν.
Ἰησοῦ ὁ Θεός, μετανοοῦντα δέξαι νῦν κἀμέ, ὡς τὸν Ἄσωτον Υἱόν, πάντα τὸν βίον ἐν ἀμελείᾳ ζήσαντα καὶ σὲ παροργίσαντα.
Ὅν μοι δέδωκας πρίν, κακῶς ἐσκόρπισα θεῖον πλοῦτον, ἐμακρύνθην ἀπὸ σοῦ, ἀσώτως ζήσας, εὔσπλαγχνε Πάτερ. Δέξαι οὖν κἀμὲ ἐπιστρέφοντα.
Τὰς ἀγκάλας νυνί, τὰς πατρικὰς προσεφαπλώσας δέξαι, Κύριε, κᾀμέ, ὥσπερ τὸν Ἄσωτον, πανοικτίρμον, ὅπως εὐχαρίστως δοξάζω σε.
Θεοτοκίον.
Ἐν ἐμοὶ ὁ Θεός, πᾶσαν δεικνὺς ἀγαθωσύνην, πάριδέ μου τὴν πληθύν, τῶν ἐγκλημάτων ὡς εὐεργέτης, θείαις τῆς Μητρός σου δεήσεσι.
(Ἐκ τοῦ κανόνος τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου.)