Στο όρος των Ελαιών στη Γεθσημανή φτάσανε μετά το δείπνο ο Ιησούς και οι μαθητές. Εκεί ο Χριστός προσευχήθηκε και δέχτηκε να γίνει το θέλημα του Πατέρα, δηλαδή να παραδοθεί, για να σταυρωθεί. Την ίδια στιγμή ο Ιούδας είχε κιόλας ξεκινήσει μαζί με τους Ρωμαίους στρατιώτες να τον βρει. Τον είχε πια προδώσει! Και πράγματι μετά από λίγο έφτασε ο Ιούδας μαζί με τον χιλίαρχο των Ρωμαίων και τη φρουρά, καθώς και με πολλούς υπηρέτες των Αρχιερέων και των Φαρισαίων.
Έπιασαν και δέσανε τον Χριστό και ξεκίνησαν να πάνε, περασμένα πια μεσάνυχτα, στην Ιερουσαλήμ. Στον Άννα τον πηγαίνανε και στον γαμπρό του τον Καϊάφα, τους Αρχιερείς. Οι μαθητές φοβήθηκαν και σκόρπισαν, ίδια πουλιά στην καταιγίδα. Μονάχα ο Πέτρος κρυμμένος στις σκιές ακολουθεί από μακριά να δει τι θα απογίνει. Μες στην αυλή κατάφερε κάποια στιγμή να μπει, εκεί που υπηρέτες άναψαν φωτιά να ζεσταθούν, γιατί ψυχρή ήταν η νύχτα. Κι η δίκη αρχίζει. Ψευδομάρτυρες σωρό! Ψεγάδι, όμως, στον Χριστό δεν βρίσκουν. Πώς τώρα πια θα τον σκοτώσουν; Ποια θα βρούνε αφορμή που θα δικαιολογεί τον θάνατό του; Εκείνη τη στιγμή δύο μάρτυρες παρουσιάζονται και λένε ότι Αυτός είναι που είπε πως μπορεί τον ναό να τον γκρεμίσει και σε τρεις ημέρες πάλι να τον χτίσει. Τότε πετάγεται ορθός ο Αρχιερέας και ρώτα:
– Δεν απαντάς σε όλα αυτά; Σε αυτές τις κατηγορίες δεν μιλάς;
Μα ο Χριστός αμίλητος. Και τότε τον ξαναρωτά ο Καϊάφας:
– Στο όνομα του Θεού, του ζωντανού Θεού, σε ορκίζω εδώ να πεις αν είσαι εσύ ο Χριστός, του Θεού ο γιος!
Ο Ιησούς απάντησε:
– Εσύ μοναχός σου το είπες. Και είναι ώρα να σας πω ακόμα πως από τώρα και μετά θα δείτε το Υιό του ανθρώπου να έρχεται στα σύννεφα του ουρανού απάνω και να κάθεται στα δεξιά του δυνατού Θεού.
Στα λόγια αυτά τόσο ταράχτηκε ο Καϊάφας που με τα χέρια του και τα δυο τα ρούχα του κομμάτιασε, τα ξέσκισε και φώναξε οργισμένα:
– Έχουμε άραγε ανάγκη ακόμα από μάρτυρες; Ετούτη τη βλασφημία, να, με τα ίδια σας αυτιά ακούσατε. Κι έφτασε η ώρα απόφαση να βγάλετε. Τι να τον κάνουμε τούτον εδώ τον βλάσφημο;
Τότε όλοι με μία φωνή συμφώνησαν πως του αξίζει να πεθάνει και μερικοί το τόλμησαν και αυτό κι άρχισαν να φτύνουν τον Χριστό, να φτύνουν το άγιο πρόσωπό Του και να Τον χτυπούν τόλμησαν. Και Τον κορόιδευαν λέγοντας:
– Προφήτεψε, Χριστέ! Έλα, λοιπόν, προφήτεψε και πες μας ποιος σε χτύπησε.
Έπειτα έκαναν σύσκεψη, δηλαδή συμβούλιο όπως λέμε, όλοι οι Γραμματείς, οι Αρχιερείς, μα και οι πρεσβύτεροι και αποφάσισαν να δέσουν τον Ιησού και να Τον πάνε στον Πιλάτο. Και ήταν πια μέρα. Η νύχτα φοβισμένη είχε φύγει, λες κι ένιωθε το τρομερό που γινόταν στη γη, να μην το δει. Αχ! Να μπορούσε κι η μέρα να έφευγε κι αυτή, για να μην δει τον Κύριο του σύμπαντος να υποφέρει… Τον πήγανε, λοιπόν, δεμένο στον Πιλάτο. Το πρώτο που ρώτησε ο Πιλάτος, σαν τον είδε, ήταν:
– Εσύ στα αλήθεια είσαι ο βασιλιάς; Ο βασιλιάς των Ιουδαίων είσαι εσύ;
Και ο Ιησούς απάντησε:
– Όπως το λες.
Και τότε αρχίσανε οι Αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι να τον κατηγορούν στον ηγεμόνα και είπαν… Ω! Πόσα ήταν τα ψέματα που είπαν για τον Πλάστη μας! Κι εκείνος απόκριση στις κατηγορίες πια δεν έδινε.
– Μα δεν ακούς όσα για Σένα λένε; Απόρησε ο Πιλάτος που είχε καταλάβει ότι αθώος ήταν ο Ιησούς. Αχ, να τον σώσει έπρεπε και σκέφτηκε πως ήταν ευκαιρία, μίας και η συνήθεια το ‘θελε το Πάσχα στη μεγάλη αυτή γιορτή ο ηγεμόνας ελεύθερο ν’ αφήνει έναν φυλακισμένο, αυτόν που ο λαός θα ήθελε. Κι εκείνο τον καιρό ήταν στις φυλακές ένας φονιάς, ο Βαραββάς. Έτσι, λοιπόν, όπως ήταν μαζεμένοι, ρωτάει ο Πιλάτος:
– Ποιον τάχατες θα θέλατε να ελευθερώσω; Τον Βαραββά ή αυτόν εδώ τον Ιησού, που λέει ότι είναι ο Χριστός;
Κι ο όχλος, ο λαός, δασκαλεμένος από τους Αρχιερείς κι από τους πρεσβύτερους, ζήτησε τη λευτεριά στον Βαραββά να δώσει.
– Και τι να κάνω αυτόν εδώ τον άνθρωπο, τον Ιησού;
Φώναξαν τότε όλοι τους με μία φωνή:
– Να σταυρωθεί!
Το είδε ο ηγεμόνας, το κατάλαβε πως κι άλλο να επιμείνει θα ήταν πια ανώφελο. Άσε που τέτοια ταραχή κακό θα έκανε στην πόλη. Έτσι, εκεί μπροστά στο πλήθος, στον λαό, πήρε νερό, τα χέρια του έπλυνε και είπε:
– Εγώ από το αίμα του αθώου τούτου, αθώος είμαι. Εσείς, οι Ιουδαίοι, δικιά σας είναι τούτη η ευθύνη.
Και τότε απάντησε ο λαός:
– Το αίμα του σε εμάς και στα παιδιά μας πάνω ας πέσει.
Κι έτσι ο Πιλάτος έκανε ότι του ζήτησε ο όχλος. Ελευθέρωσε τον Βαραββά. Διέταξε μετά να μαστιγώσουν τον Ιησού κι αφού κι αυτό έγινε, παρέδωσε τον Κύριο, για να Τον σταυρώσουν.
Του είχαν βάλει έναν κόκκινο μανδύα, στεφάνι με αγκάθια στο κεφάλι κι ένα καλάμι Του ‘δωσαν να το κρατάει. Και ήτανε ίδια θλίψη να τον βλέπεις. Κι από εκεί τον πήραν, για να τον σταυρώσουν. Στα χάλια που ήταν ο Γιος του ανθρώπου, πώς να σηκώσει τον ασήκωτο Σταύρο; Γι’ αυτό, καθώς από το δικαστήριο βγήκαν, βρήκαν οι στρατιώτες έναν, από την Κυρήνη που είχε την καταγωγή του, τον Σίμωνα όπως τον έλεγαν, και πήραν τον ανηφορικό τον δρόμο που ανεβαίνει ίσαμε τον λόφο, τον Γολγοθά όπως τον ξέρουν όλοι.
Σαν φτάσανε στην κορυφή, Τον σταύρωσαν και βάλανε σε κλήρο εκείνο που φορούσε ο Ιησούς. Κι όταν έγινε κι αυτό, να, όπως παλιά προφήτης το είχε προφητέψει, κάτσανε εκεί κοντά να Τον φυλάνε. Κάποιος είχε γράψει, για να γελάνε οι περαστικοί, μία επιγραφή που τη στέριωσαν ψηλά πάνω στο Σταύρο, πάνω από την κεφαλή του Δασκάλου που έλεγε:
Αυτός είναι ο Ιησούς ο Βασιλιάς των Ιουδαίων.