Μέσα στο Ευαγγέλιο γίνεται αναφορά στην Παναγία και στη στάση που κράτησε κατά τα μεγάλα γεγονότα που εορτάζουμε οι πιστοί τη Μεγάλη Εβδομάδα πριν το Πάσχα. Γνωρίζουμε, λοιπόν, ότι η Παναγία ήταν παρούσα στην είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα και στη σταύρωση του Χριστού, όμως στα υπολοιπα γεγονότα;
Αυτό θα διερευνήσουμε στα μαθήματα αυτά.
Το Πάσχα κοντοζύγωνε. Και το ‘ξερε ο Ιησούς πως έφτασε η ώρα να φύγει από τον κόσμο αυτόν, να πάει στον Πατέρα. Είχε όμως αγαπήσει αυτούς που θα άφηνε στη Γη. Και ήταν η στιγμή για να τους δείξει, πόσο πολύ τους είχε αγαπήσει. Κάθισαν, λοιπόν, μιας και είχε πια βραδιάσει, να φάνε το βρισκούμενο. Κι όπως τριγύρω στο τραπέζι μαζευτήκανε, με τη ματιά Του τους αγκάλιασε ο Κύριος. Μόνο σαν στάθηκε σε έναν η μάτια Του εκεί πόνεσε. Το ‘ξερε πως ο διάβολος μέσα στην καρδιά του Ιούδα του Ισκαριώτη είχε μπει και είχε ετοιμαστεί ο μαθητής να παραδώσει στους εχθρούς τον Δάσκαλο. Σηκώθηκε, λοιπόν, κάποια στιγμή ο Κύριος από το τραπέζι, βγάζει το πανωφόρι του, βρίσκει και μία ποδιά, τη ζώνεται σφιχτά στη μέση. Σε μία λεκάνη που ήταν παρακεί, βάζει νερό κι αρχίζει με απλότητα να πλένει τα σκονισμένα, κουρασμένα πόδια των μαθητών που τον κοιτούσαν ξαφνιασμένοι. Κάθε ποδάρι που ‘πλενε, το σφούγγιζε με την ποδιά.
Ήρθε η σειρά του Σίμωνα του Πέτρου. Αυτός αποτραβήχτηκε και με τη βροντερή φωνή του, μα και με απορία είπε:
– Κύριε, είναι δυνατόν εσύ τα πόδια μου να πλύνεις;
Ο Ιησούς τον κοίταξε στα μάτια και ήσυχα του απάντησε:
– Εκείνο που κάνω τώρα εγώ, δεν το μπορείς αυτήν την ώρα να το καταλάβεις. Όμως αργότερα -και ήθελε εδώ να πει ο Ιησούς πως αν κατεβεί το Άγιο Πνεύμα θα φωτιστούν οι μαθητές- θα καταλάβεις.
Τ’ άκουσε ο Πέτρος, μα δεν πείστηκε.
– Δεν θα μου πλύνεις τα ποδάρια. Όχι! Ποτέ!
Θέλησε, τότε, ο Χριστός να εξηγήσει την πράξη αυτή:
– Αν δεν σ’ τα πλύνω, Σίμωνα, θέση δεν έχει πλάι μου για σένα.
Τώρα στ’ αλήθεια φοβήθηκε ο Πέτρος.
– Τότε, όχι μονάχα τα ποδάρια μου να πλύνεις, Κύριε μου, μα και τα χέρια μου αν θες, και το κεφάλι πλύνε μου.
Κι αυτό γιατί εχτυποκάρδισε, μην τύχει και βρεθεί μακριά από τον Ιησού, τον Δάσκαλο τον Κύριό του.
Είχε πλύνει πια τα πόδια των μαθητών. Σηκώθηκε, εφόρεσε ξανά τον εξωτερικό χιτώνα του ο Χριστός, κάθισε πάλι στο τραπέζι κι όπως ακόμα ήταν σαστισμένοι οι μαθητές -ο Κύριος να πλύνει τα ποδάρια τους, δεν το χωράει ο νους τους!- άρχισε Εκείνος να μιλάει σιγανά:
– Γνωρίζετε τι νόημα είχε αυτό που λίγο πριν σας έκανα; Να σας το εξηγήσω. Εσείς με λέτε Δάσκαλο και Κύριο και σωστό είναι αυτό που λέτε, γιατί πραγματικά και Δάσκαλος και Κύριός σας είμαι. Εάν λοιπόν εγώ, ο Κύριος και Δάσκαλος τα πόδια τα δικά σας έπλυνα, οφείλετε κι εσείς να πλένετε τα πόδια του αλλουνού. Παράδειγμα σας έδωσα, να κάνετε κι εσείς, ό,τι έκανα κι εγώ σε σας.
Ήθελε να τους πει, και το κατάλαβαν οι μαθητές, πώς αν εταπεινώθηκε Εκείνος, ώστε τα πόδια τους να πλύνει, έπρεπε το ίδιο πρόθυμα ο ένας μαθητής τον άλλον να υπηρετεί και με ταπείνωση και με αγάπη σε καθετί να του συμπαραστέκεται. Και συνέχισε ο Κύριος:
– Αν όλα αυτά τα καταλάβετε και αν τα πράξετε αυτά, θα είσαστε μακάριοι, ευτυχισμένοι.
Κι οι μαθητές ρουφούσανε τα λόγια αυτά τα θεϊκά και γιόμισε ειρήνη κι ομορφιά κι αγάπη το ευλογημένο κοινό δώμα.
Ένα ανώγι ήτανε. Και το ετοίμασε ο νοικοκύρης για να πάνε ο Ιησούς και οι μαθητές να φάνε το Πάσχα, τη μεγάλη τη γιορτή. Σαν ήρθε η ώρα για φαΐ, έκατσε ο Κύριος στη μέση στο τραπέζι και ολόγυρα οι δώδεκα. Τους είδε έτσι μαζεμένους και ήταν εκεί όχι μονάχα οι δώδεκα. Όλοι οι άνθρωποι που ζήσανε στη γη και αυτοί που θα ‘ρθουν μέχρι τη συντέλεια του κόσμου εκεί ήταν στοιβαγμένοι. Και σε όλους τους ανθρώπους της Θείας Ευχαριστίας το μυστήριο εκείνη τη στιγμή παρέδωσε και άρχισε να λέει:
– Πολύ πεθύμησα αυτό το Πάσχα όλοι μαζί να φάμε, προτού τα πάθη μου αρχίσουν· και δεν θα ξαναφάω πια, σε σας το λέω, ώσπου να ‘ρθει η βασιλεία του Θεού.
Σαν είπε έτσι, πήρε το ψωμί που ήτανε μπροστά του, το ευλόγησε και το έκοψε με προσοχή. Κάθε κομμάτι το ‘δινε σε κάθε μαθητή. Ακόμα κι ο Ιούδας πήρε το δικό του μερτικό.
– Αυτό, είπε ο Χριστός, είναι το Σώμα μου. Πάρτε το να το φάτε· λάβετε, φάγετε.
Ύστερα πήρε το ποτήρι με το κρασί που ήταν μπρος του, εσήκωσε τα μάτια του ψηλά στον ουρανό και τον Θεό ευχαρίστησε για το ψωμί, για το κρασί, δώρο κι αυτό δικό Του. Και πάλι είπε:
– Αυτό είναι το αίμα μου. Να πιείτε από τούτο όλοι. Πίετε εξ αυτού παντες· τούτο εστί το Αίμα μου. Είναι το αίμα το δικό μου, που χύνεται για το χατήρι όλων, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες των ανθρώπων. Και δεν θα πιω ξανά απ’ τον χυμό αυτού του αμπελιού ως την ημέρα εκείνη, που όλοι μαζί θα πιούμε ένα κρασί καινούργιο, εκεί στη βασιλεία του Πατέρα μου.
Θαμπώσανε τα μάτια των μαθητών από αγάπη, κι ίσως από δάκρυα. Άρχισαν να ψέλνουν ύμνους στον Θεό κι έτσι αυτοί από τους ανθρώπους πρώτα μεταλάβανε το σώμα και το αίμα του Ιησού.
Και ενώ αυτοί έτρωγαν, είπε: «Αλήθεια σας λέω ότι ένας από εσάς θα με προδώσει». Τότε λυπήθηκαν πάρα πολύ κι άρχισαν να του λένε καθένας ξεχωριστά: «Μήπως εγώ είμαι, Κύριε;».
Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Αυτός που βούτηξε μαζί μου το χέρι στο βαθύ πιάτο, αυτός θα με προδώσει. Ο Υιός του ανθρώπου, βέβαια, πηγαίνει καθώς είναι γραμμένο γι’ αυτόν, αλίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνο μέσω του οποίου ο Υιός του ανθρώπου προδίνεται. Θα ήταν καλό γι’ αυτόν αν ο εκείνος άνθρωπος δεν είχε γεννηθεί».
Έλαβε τότε τον λόγο ο Ιούδας, που τον πρόδωσε, και είπε: «Μήπως εγώ είμαι, ραββί (δηλαδή δάσκαλε);».
Του λέει τότε ο Χριστός: «Εσύ το είπες».
Έξω είχε σκοτεινιάσει για καλά. Ο Ιούδας με το ψωμί στη χούφτα του, εκείνο το ψωμί που είχε βουτήξει στο κρασί ο Κύριος, είχε χαθεί μέσα στη νύχτα. Έφυγε για να προδώσει τον Χριστό. Απάνω στο ανώγι είχανε μείνει μονάχα ο Ιησούς και οι έντεκα μαθητές. Έξω η νύχτα, μέσα στο δωμάτιο το Φως, το Φως που είναι ο Χριστός. Και είπε ο Κύριος:
– Παιδιά μου, κοντά σας δεν θα είμαι για πολύ. Θα με αναζητήσετε, όταν θα λείψω, μα όπως στους Ιουδαίους έχω πει, εκεί που πάω εγώ, εσείς δεν γίνεται να ‘ρθείτε. Όμως, κάτι καινούργιο θα σας πω. Μία νέα εντολή θα σας αφήσω. Όπως εγώ σας έχω αγαπήσει, έτσι κι εσείς ο ένας τον άλλον να αγαπάτε. Αυτή είναι η καινούργια εντολή, το: αγαπάτε αλλήλους! Σαν βλέπουνε οι άλλοι την αγάπη σας, μονάχα από την αγάπη αυτή θα ξέρουν πως είστε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη μεταξύ σας.
Αυτή ήταν η νέα εντολή που δόθηκε, χρυσάφι ίδιο, πιο χρυσός κι απ’ τον χρυσό στους τους Χριστιανούς· το αγαπάτε αλλήλους. Έπειτα κατέβηκαν από το ανώγι και όλοι μαζί τραβήξανε για το βουνό, το Όρος των Ελαιών όπως το λέγανε.