Το έτος 620 οι Πέρσες από την Ανατολή και οι Άβαροι από την Δύση ήρθαν με πολυάριθμο στρατό και επολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη, ενώ απουσίαζε ο βασιλιάς Ηράκλειος.
Ξαφνικά, φοβερός ανεμοστρόβιλος συνέτριψε τα πλοία, τα δε πτώματα, εξέβρασε μπροστά στον ναό των Βλαχερνών, ο οποίος τιμάται επ’ ονόματι της Θεοτόκου. Έτσι ο λαός πήρε θάρρος και νίκησε τους βαρβάρους.
Το βράδυ συγκεντρώθηκαν όλοι στον ναό της ΘΕοτόκου των Βλαχερνών και απέδωσαν εις την Θεοτόκουν, ευχαριστήριο ύμνο, παραμένοντες όρθιοι καθ’ όλη τη διάρκεια της ακολουθίας, γι’ αυτό ονομάστηκε Ακάθιστος.
Ως ποιηταί των Οίκων φέρονται δύο πρόσωπα: ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος ή ο Γεώργιος Πισίδης, χαρτοφύλαξ της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
Οι Χαιρετισμοί είναι ο υψηλότερος και θεοπρεπέστερος ύμνος προς την Υπεραγία Θεοτόκου και πολύ ευχαριστείται με την ανάγνωση τούτων και παρέχει την χάρη και την βοήθειά της σε εκείνους, που τους αναγιγνώσκουν, καθώς και η ίδια το είπε σε πολλούς αγίους γέροντες, που μαρτυρούνται σε κώδικες του Αγίου Όρους μέσα από πολυάριθμες εμφανίσεις της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Σ’ αυτούς τους Κώδικες αναφέρεται ότι: «ὅστις μὲ χαιρετίζει μίαν φορὰν τὴν ἡμέραν μὲ τοὺς Χαιρετισμοὺς, τοὺς ὁποίους πολὺ ἀγαπῶ, θὰ τὸν προστατεύω, θὰ τὸν διαφυλάττω ἀπὸ πᾶν κακόν, θὰ τὸν ἐπιβλέπω καθ’ ὅλυν τὴν ζωή του καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ τῆς Δευτέρας Παρουσίας, θὰ τὸν ὑπερασπισθῶ ἐνώπιον τοῦ Υἱοῦ μου».
Κατόπιν τούτου, θα πρέπει όλοι μας να αναγιγνώσκουμε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας, ιδιαιτέρως σε κάθε περίσταση θλίψεως και ανάγκης καθότι: «πολλὰ ἰσχύει δέησις Μητρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου».