Η Μαριάμ, λίγες μέρες μετά τον ευαγγελισμό της, αποφάσισε να πάει να επισκεφτεί τους συγγενείς της, Ζαχαρία και Ελισάβετ, γιατί αυτό το σημείο τής είχε δώσει ο Γαβριήλ για να πειστεί ότι της λέει αλήθεια. Αυτοί κατοικούσαν στην Ορεινή, περιοχή της Ιουδαίας, εκεί όπου κατοικούσε η φυλή του Ιούδα.
Μόλις έφτασε η Μαριάμ, χαιρέτισε την Ελισάβετ. Καθώς αγκαλιάστηκαν οι δύο γυναίκες, κουνήθηκε το βρέφος που βρισκόταν στην κοιλιά της Ελισάβετ, η οποία εγκυμονούσε τον γιο της, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Αμέσως η Ελισάβετ ένιωσε να κυριαρχείται ολόκληρη από το Άγιο Πνεύμα και φώναξε από χαρά και έκπληξη, και είπε:
– Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου.
(-Εσύ είσαι ευλογημένη από τον Θεόν περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα. Ευλογημένο είναι και το έμβρυο, το οποίο εβλάστησε ως καρπός στην κοιλιά σου. Τι μεγάλη ευτυχία ήταν για μένα, ώστε να έρθει να με επισκεφτεί η μητέρα του Κυρίου μου! Ναι, είσαι η μητέρα του Κυρίου μου, διότι, μόλις ήρθες εδώ και με χαιρέτησες, πήδησε μέσα στην κοιλιά μου το βρέφος με χαρά. Είσαι μακαρία, πραγματικά ευτυχισμένη, εσύ που πίστεψες χωρίς αμφιβολία στα λόγια του Θεού.)
Η Μαριάμ τής απάντησε με χαρά:
– Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου, ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί· ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ δυνατὸς καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ, καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰς γενεῶν τοῖς φοβουμένοις αὐτόν. Ἐποίησε κράτος ἐν βραχίονι αὐτοῦ, διεσκόρπισεν ὑπερηφάνους διανοίᾳ καρδίας αὐτῶν· καθεῖλε δυνάστας ἀπὸ θρόνων καὶ ὕψωσε ταπεινούς, πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν καὶ πλουτοῦντας ἐξαπέστειλε κενούς. ἀντελάβετο Ἰσραὴλ παιδὸς αὐτοῦ μνησθῆναι ἐλέους, καθὼς ἐλάλησε πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν, τῷ Ἀβραὰμ καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα.
(-Ανυμνεί και δοξάζει η ψυχή μου τον Κύριο και ευφραίνεται το πνεύμα μου για τον Θεό, τον Σωτήρα μου, γιατί έριξε το βλέμμα Του στην ταπεινή δούλη του. Και από τώρα όλες οι γενεές των ανθρώπων θα με θεωρούν ευλογημένη. Ο Θεός έκανε έργα μεγάλα και θαυμαστά σ’ εμένα. Η ευσπλαχνία Του απλώνεται σε όλους όσους τον αγαπούν. Πάντοτε και στο παρελθόν, αλλά κυρίως τώρα με την αποστολή του Μεσσία, έριξε χαμηλά όσους είχαν υπερήφανη καρδιά και δόξασε τους ταπεινούς. Χόρτασε με αγαθά φτωχούς και πεινασμένους, ενώ άφησε με χέρια αδειανά τους πλούσιους και όσους νομίζουν ότι είναι ενάρετοι. Βοήθησε τον ισραηλιτικό λαό και απέδειξε έτσι ότι δεν τον λησμόνησε, καθώς είχε υποσχεθεί ότι θα βοηθήσει τους απογόνους του Αβραάμ.)
Η Μαρία έμεινε στην οικία του Ζαχαρία και της Ελισάβετ για τρεις μήνες. Όταν πλησίαζε ο καιρός για να γεννήσει η Ελισάβετ τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, έφυγε και η Παναγία και γύρισε στο δικό της σπιτικό.
-Τι να έκανε άραγε κάθε μέρα η Παναγία;, απόρησε σηκώνοντας τα φρύδια ο Μάριος.
-Τι να έκανε;, του απάντησε γεμάτη απορία η Μυρτώ. Μα φυσικά θα ασχολιόταν με το σπιτικό της, θα μαγείρευε, θα έραβε και θα διάβαζε.
Το πρόσωπο της Παναγίας μας είναι ανάσα για την καρδιά και τη σκέψη μας. Δεν είναι μόνο η εικόνα και η εμπειρία της Μάνας που προσεύχεται για όλους μας, μας αγκαλιάζει, μας νοιάζεται, μας παρηγορεί. Είναι και το υπόδειγμα της ταπείνωσης που δοξάζεται. «Ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ…» αναφωνεί η ίδια στην επίσκεψή της στην Ελισάβετ. Η ταπείνωση της Παναγίας μας ας αποτελεί παράδειγμα για όλους μας!
Ο άνθρωπος που έχει ταπείνωση, δεν υπερηφανεύεται, ούτε θυμώνει, ούτε κατακρίνει, ούτε κατηγορεί παρά μόνον τον εαυτόν του, τον οποίον θεωρεί ως αμαρτωλό. Ο ταπεινός αγαπά την ησυχία, δεν αγαπά τις πολλές συναναστροφές και συζητήσεις, διότι γνωρίζει τη ζημιά που προκαλούν. Άραγε εμείς είμαστε ταπεινοί;