Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Σκέπης σου Παρθένε, ἀvυμνοῦμεν τάς χάριτας,
ἣν ὡς φωτοφόρον νεφέλην, ἐφαπλοῖς ὑπὲρ ἔννοιαν,
καὶ σκέπεις τὸν λαόν σου νοερῶς, ἐκ πάσης τῶν ἐχθρῶν ἐπιβουλῆς.
Σὲ γὰρ σκέπην καὶ προστάτιν καὶ βοηθόν, κεκτήμεθα βοῶντές σοι·
Δόξα τοῖς μεγαλείοις σου Ἁγνή, δόξα τῇ θείᾳ Σκέπῃ σου,
δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς σου, προμηθείᾳ Ἄχραντε.
Ερμηνεία:
Παρθένε, ανυμνούμε τις χάριτες της Σκέπης Σου,
την οποία σαν φωτοφόρο σύννεφο απλώνεις πάνω μας,
πέρα από κάθε προσδοκία και ανθρώπινη σκέψη.
Και έτσι σκεπάζεις τον λαό Σου νοερά, από κάθε επιβουλή των εχθρών του.
Γιατί Εσένα έχουμε αποκτήσει σαν σκέπη και προστάτη και βοηθό,
και με ύμνους που μοιάζουν με βοή, Σου ψάλλουμε:
Δόξα στα μεγαλεία Σου Αγνή, δόξα στη θεία Σου σκέπη.
Δόξα γιατί για μας φροντίζεις πάντα πριν από την ώρα
της κάθε μας ανάγκης, Άχραντε.
Το ακούω και μαθαίνω να το λέω απ’ έξω: