-Παιδιά, θα σας πω κι εγώ τη δική μου ιστορία, όταν ήμουν πέντε ετών, να μην πιστεύετε στ’ αυτιά σας.
Είχα πάει με τον παππού μου στην παιδική χαρά της γειτονιάς μου. Ήμουν πολύ χαρούμενη, έλεγε με λαχτάρα η Παναγιώτα γιατί ήταν η πρώτη μέρα που θα εγκαινίαζαν τα καινούργια παιχνίδια που έβαλε το δημοτικό συμβούλιο για τα παιδιά της περιοχής.
Ο παππούς μου με πήγαινε πολύ συχνά εκεί από τότε που γεννήθηκα. Υπήρχαν τέσσερις κούνιες, μία τραμπάλα και το γύρω-γύρω όλοι. Απλά παιχνίδια και πολύ παλιά. Επιτέλους θα παίζαμε στα καινούργια. Δύο εβδομάδες περιμέναμε με τους φίλους μου να συναντηθούμε. Καταλαβαίνετε τη χαρά μας, μόλις αντικρίσαμε τα νέα παιχνίδια. Κούνιες, άλλες για μωρά και άλλες για μεγαλύτερα παιδιά, τραμπάλες, σχοινιά αναρρίχησης και δύο υπέροχες τσουλήθρες, μία μικρή και μία μεγάλη.
Ο παππούς μου δεν με άφηνε να ανέβω στη μεγάλη τσουλήθρα ούτε στα σχοινιά αναρρίχησης. Στην αρχή δεν με ένοιαζε, γιατί ήταν όλα καίνουργια και χαιρόμουν πολύ όπου κι αν πήγαινα, έλεγε με γοργό ρυθμό η Παναγιώτα. Μετά από μία ώρα, όμως, και βλέποντας τα μεγαλύτερα παιδιά να ανεβαίνουν ψηλά και να φωνάζουν, ζήλεψα. Για μία στιγμή ο παππούς χαιρέτησε έναν γείτονα που περνούσε έξω από την παιδική χαρά κι εγώ άρπαξα την ευκαιρία κι ανέβηκα τη σκάλα της ψηλής τσουλήθρας. Ανέβαινα με δυσκολία, γιατί τα σκαλοπάτια ήταν σε μεγάλη απόσταση, πηδώντας σαν κατσικάκι. Ο παππούς δεν πρόλαβε να με πιάσει και φώναζε ο δυστυχής:
-Παναγιώτα μου, κατέβα γρήγορα, πρόσεχε!
Εγώ ούτε άκουγα ούτε πρόσεχα, μόνο ανέβαινα. Φυσικά δεν είχα παρατηρήσει τα μεγάλα κενά που δημιουργούνται ανάμεσα στα χερούλια που ήταν στην κορυφή της σκάλας. Μάλιστα φώναζα από χαρά και γελούσα μαζί, που είχα καταφέρει να φτάσω στην κορφή.
Ξαφνικά βρέθηκα να αιωρούμαι στο κενό. Η απόσταση ήταν μεγάλη. Ο παππούς μου στέκονταν χλωμός κάτω στα πετραδάκια. Και τότε, παιδιά, ένιωσα τα χέρια της και την αγκαλιά της. Μια χαμογελαστή Παναγία σαν σύννεφο με κρατούσε αγκαλιά. Μου γελούσε κι εγώ της ανταπέδιδα. Ήταν εκεί κοντά μου. Με κατέβασε τρυφερά σαν μανούλα και με ακούμπησε στην αγκαλιά του τρομαγμένου μου παππούλη.
Η Παναγία ήρθε στην παιδική χαρά για μένα και με κράτησε στη ζεστή αγκαλιά της, έτσι όπως κρατούσε τον Χριστό στοργικά κατά τη γέννησή Του.
Μόλις πάτησα τα πόδια μου στη γη, οι άνθρωποι που βρίσκονταν στην παιδική χαρά έκαναν τον σταυρό τους και αναφώνησαν: Παναγιά μου Ελεούσα, κάνε το έλεος σου. Για όλους η Παναγιά είναι μία μοναδική και είναι πάντα κοντά σε όλες τις στιγμές της ζωής. Στην παιδική χαρά είχε έρθει για μένα. Κι όταν κάνω την ταπεινή μου προσευχή, πάντα λέω το ευχαριστώ μου στην Παναγιά της παιδικής χαράς.