Η Αγία Οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Ναζαρέτ. Αυτός ήταν ο τόπος που ο Χριστός έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής Του.
Κάθε χρόνο ο Ιωσήφ και η Παναγία συνήθιζαν να πηγαίνουν στα Ιεροσόλυμα, για να προσευχηθούν και να ευχαριστήσουν τον Θεό. Αυτό γινόταν κάθε χρόνο για το Πάσχα, που ήταν η μεγαλύτερη γιορτή των Εβραίων, σε ανάμνηση της εξόδου τους από την Αίγυπτο, όπου ήταν σκλάβοι.
Όταν ο Ιησούς έγινε 12 χρονών, Τον πήραν μαζί τους. Εκεί για πρώτη φορά αντίκρισε τον μεγάλο ναό και προσευχήθηκε μαζί με πολλούς άλλους προσκυνητές. Μετά από λίγο ήρθε η ώρα για να φύγουν. Καθώς δεν έβρισκαν τον γιο τους, η Μαρία θεώρησε ότι ήταν μαζί με τους άλλους προσκυνητές, που είχαν προπορευτεί. Όμως το βράδυ, όταν Τον αναζήτησαν σε μία στάση που έκαναν για να ξεκουραστούν όλοι μαζί, δεν Τον βρήκαν πουθενά. Η Παναγία και ο Ιωσήφ γεμάτοι αγωνία επέστρεψαν στα Ιεροσόλυμα. Έψαχναν παντού στην πόλη κοιτώντας δεξιά κι αριστερά.
Μετά από σκέψη και στιγμές αγωνίας έφτασαν και στον ναό που είχαν προσκυνήσει το πρωί. Εκεί αντίκρισαν τον δωδεκάχρονο Χριστό να κάθεται απέναντι στους ιερείς και τους σοφούς του ναού και να τους διδάσκει λόγια του Θεού! Όλοι Τον παρατηρούσαν και Τον άκουγαν προσεκτικά. Πρώτη φορά στη ζωή τους άκουγαν ένα μικρό αγόρι να λέει τόσο σπουδαία λόγια πίστης και αγάπης για το Θεό.
Η Παναγία πολύ αναστατωμένη πλησίασε τον γιο της και του είπε:
-Παιδί μου, σε αναζητούσαμε παντού.
-Γιατί με αναζητούσατε; αναρωτήθηκε Εκείνος. Αλήθεια δεν γνωρίζατε πως πρέπει να βρίσκομαι στο σπίτι του πατέρα μου, του Θεού;
Η Παναγία και ο Ιωσήφ δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα λόγια Του. Αμέσως μετά απλά και ταπεινά, ακολούθησε τον Ιωσήφ και τη μητέρα Του στη Ναζαρέτ. Εκεί στον τόπο τους, ο Ιησούς μεγάλωνε και ήταν ένα παιδί υπάκουο, προκομμένο και αγαπητό σε όλους.